Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Για να τελειώνουμε με την μωρία..




Let us state this point as well: communists always and absolutely distinguish between the nationalism of an oppressed nation and that of an oppressor nation and between the nationalism of a small nation and that of a big nation.

— Ibrahim Kaypakkaya, The National Question in Turkey
  

Because it is a systematic negation of the other person and a furious determination to deny the other person all attributes of humanity, colonialism forces the people it dominates to ask themselves the question constantly: “In reality, who am I?”
Franz Fanon, in his most famous work The Wretched of the Earth
  

Η ξεναγός..


Μιλήσαμε δίπλα στην πηγή
δεν ξέραμε αν ήταν εκεί 
όπου μιλούσαμε
Με μια ξεναγό, εκδρομείς κι οι δυό
Σε έναν χαώδη κόσμο χαμένων σημείων
Και μου είπε για τις προσβολές
τις επιτιμήσεις των ξένων
τα περιφρονητικά βλέμματα
το μίσος τους για την Ελλάδα μας..

Ελλάδα Σκάσε!

Ναι, είμαι εθνικιστής..

Ελλάδα Σήκω!





Ιωάννης Τζανάκος

Εκδρομή στον Ελικώνα



Σήμερα ήμουν στον Ελικώνα και δεν είδα τίποτα.
Δεν είδα τις Μούσες, στις πηγές του, να λούζουν τα μικρά τους σώματα στο νερό του Περμεσσού ή της Ιπποκρήνης ή του στοιχειωμένου Ολμειού (Ησίοδος), δεν μπόρεσα να ανακαλύψω την πηγή του Νάρκισσου, παντού υπήρχε η σιωπή των αρχαίων πηγών, μια παντοτινή σιωπή.
Η ερεβώδης τρεμάμενη φωνή κάποιων συνταξιούχων εκδρομέων μέσα σε ένα φόντο περιγελαστικών νεαρών στο διπλανό τραπέζι μιας ταβέρνας του χωριού στους πρόποδες.
Τα μικρά λειβάδια του Ελικώνα είναι νεκρά, πανέμορφα και νεκρά, έτσι είναι μάλλον πολλά χρόνια, δεν χρειάζεται πολύ μυαλό ή γνώση να το καταλάβει κανείς τούτο, αλλά χρειάζεται μάλλον κι άλλο μυαλό και περισσότερη επίγνωση για να καταλάβει ότι δεν πρόκειται ποτέ να ζωντανέψουν.
Το φως του κόσμου των Μουσών είναι για πάντα βυθισμένο στην πολυπλοκότητα ενός κόσμου που θα είναι πλέον πάντα πολύπλοκος και εξ'αυτού σκοτεινός, παρά τις προσπάθειες.
Θα ήταν ίσως καλύτερο να βρεθώ σήμερα στην ιδιαίτερη πατρίδα μου και να  πάω στον Διρό, στην πύλη του Άδη, στον υγρό σταλακτώδη υπόγειο κόσμο μιας μετάβασης προς τα κάτω ή μιας ανάβασης από κάτω που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Αλλά σήμερα, ήμουν στον Ελικώνα, και δεν είδα τίποτα, γιατί τίποτα δεν είναι για να ειδωθεί, στον Ελικώνα.






Ιωάννης Τζανάκος  

Ενδιάμεσες σημειώσεις για το σημείον (6)..Το σημαίνον ως ρήμα και η λειψανολατρεία ενός μη υπάρχοντος απόλυτου Είναι..


Η ίδια η ενδοσυνύφανση του σημαίνοντος περί τα ισχυρά λειτουργικά στοιχεία του αναδύει το ον του ως ρηξιγενές.

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Ενδιάμεσες σημειώσεις για το σημείον (5)..Πατήρ Λόγος και ρήξη..



Οφείλουμε πάντα να υποδεχόμαστε τον αιφνιδιασμό του ίδιου του κόσμου, ως να είναι όμως αυτός πάντα ένα σημαίνον, αφού:

Σημείωση περί τής ατίμωσης ως όντος..


Αν είχατε να επιλέξετε μεταξύ ατιμωτικών τρόπων ζωής, ας πούμε μεταξύ ενός δεξιού ατιμωτικού τρόπου ζωής και ενός "αριστερού" ατιμωτικού τρόπου ζωής είμαι σίγουρος πως ως "άτομα" θα επιλέγατε έναν αριστερό "κινηματικό" ατιμωτικό τρόπο ζωής.

Αναδημοσίευση "προφητικών" περσινών δημοσιεύσεών μας για τις "αθώες" (πολιτικά) καταλήψεις κτηρίων..



Επαναλαμβάνω, ξαναδημοσιεύοντας δύο παλαιότερες αναρτήσεις, προς τον συριζοχαφιέ Ανδρουλιδάκη όσα είχα πει τότε που ξεκίνησε όλο το πράγμα με την κατάληψη του ξενοδοχείου τής πρώην συριζαίας μεσοαστής.

Μια (όντως) διευκρινιστική επιστολή από την κοινοτιστική μωρία..

Γιατί και οι μωροί έχουν δικαίωμα να πούνε την αλήθεια τους απέναντι σε έναν μωρό ή μάλλον μωρότερο (και ηθικά άθλιο όμως) ιδιοκτήτη, και να αντικρούσουν τα ψέματα, και τις (όποιες) ανακρίβειες ή υπερβολές λέχθηκαν εναντίον τους.
Κάνουμε στα γρήγορα την αυτοκριτική μας, λέγοντας απλά πως την μωρία πρέπει κάποιος μόνον ως μωρία να την αντιμετωπίζει, και να μην υποψιάζεται περισσότερα πράγματα, όπως οι μωρότεροι όλων (κνίτες κ.λπ) που μας παρείχαν μέσω του άθλιου (μπλόγκ τού παρα-κκε) "σφυροδρέπανου" (μπρεζνιεφικό απολίθωμα, το ψευδώνυμο του διαχειριστή) πέτσινες πληροφορίες ή πληροφορίες ανόητα επεξεργασμένες, τις οποίες βέβαια δεν υποστηρίξαμε, ούτε κριτικά ούτε άκριτα, αλλά τις αφήσαμε ωστόσο κάπως αδιαμεσολάβητες (αν και δεν δεχτήκαμε ότι υπάρχει παρουσία μκο στο εγχείρημα), και λοκάραμε εν τέλει στο πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο των πραγμάτων.
Μια πολιτικά "επιδοτούμενη" από τον σύριζα-και-λοιποί κατάληψη με την ανοχή και υποστήριξη των κυβερνητικών μηχανισμών και με "αναρχικούς" δημοσιογράφους συνεργαζόμενους στα δίκτυα της συριζαίικης προπαγάνδας, δεν χρειάζεται ευρύτερη υποστήριξη, και μάλιστα οικονομική, αυτά είναι για ανόητους κνίτες. 





(H επιστολή με την οποία το City Plaza απαντάει σε όλες τις συκοφαντίες της ιδιοκτήτριας, αλλά και των συνοδοιπόρων της. // Kαι μια αναφορά στον ένα χρόνο City Plaza- Ένα χρόνος αλληλεγγύης και αγώνα...)

Hitman-Apocalypse

Ενδιάμεσες σημειώσεις για το σημείον (4) Είμαι-ως-Είμαι..


Η αναστροφή ενός λειτουργικού όρου τής γλώσσας δεν είναι τής ίδιας τάξεως και σημασίας σε κάθε είδος τής λειτουργικής τάξης της ή ακόμα και σε κάθε φάση τού ίδιου είδους (λειτουργικής τάξης).
Για να εισέλθουμε αμέσως σε αυτό που μας απασχολεί, το ρήμα σημαίνει (αν και όχι πάντα) έναν τύπο (γλωσσικών) αναστροφικών δυνατοτήτων ο οποίος δεν περιχαράσσεται εντός των ορίων της αναστροφής μεταξύ θετικότητας και αρνητικότητας των καθορισμών ενός Είναι αλλά τα υπερβαίνει ως όρια, άρα τα καθορίζει ως όρια εκβαλλόμενο ούτως (το ρήμα) εις έναν ιδιόμορφο τόπο τής μη σημασίας ή άλλως λεγόμενο (εκβάλλει) στον τόπο εκείνο τού σημαίνοντος όπου δια μίας ειδικής ενότητας σημαίνοντος και σημείου δεν παραμένουμε σε ένα κενό, λ.χ σημασιακό, αλλά εισδύουμε σε μιαν σημασιακή οντική αιώρηση μεταξύ κενού ή μηδενός και Είναι.
Το συγκροτόν στοιχείο αυτής τής "εντός και εκτός ορίων" συγκρότησης τού ίδιου τού οντικού ορίου μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, ουσίας και μηδενός, οντότητας και κενότητας, είναι το ίδιο το ρήμα κατά την κεντρική του πράξη που είναι το είναι, όχι όμως ως Είναι-Είναι (οντολογία) αλλά ως Είμαι-είναι-Είναι, ως υποκειμενική και γλωσσική ρηματική μορφή (το Είμαι-είναι αυτού του τριγώνου) αναστροφής και επανεύρεσης τού θετικού δια του απόλυτου αρνητικού κ.λπ, όπου το είναι ως ρηματική ενέργεια δεν είναι ποτέ ούτε Είναι (Είναι-Είναι) αλλά τελικά ούτε και η απλή απορροή ενός αυτόνομου Είμαι.

Η αναστροφή του ρήματος <είναι> ως μια κίνηση συγκρότησης του οντικού πλαισίου κάθε οριακότητας άρα και πρόσβασης στο "πέραν των ορίων" του σημαίνοντος, χωρίς να υπάρξει βέβαια η υποτροπιακή επαναφορά κάποιας αναφορισιακής σημασίας, μας οδηγεί στον τόπο τού ίδιου τού ρήματος κατά την υποτιθέμενη "φυσική" του λειτουργία και μας το φανερώνει ως το κατεξοχήν μη φυσικό και αποκομμένο-αποκόπτον στοιχείο τού λέγειν, όπου όμως (επαναλαμβάνουμε) η αποκοπή του ως αυτού καθαυτού αλλά και το ίδιο ως αποκόπτειν δεν σχετίζεται (άμεσα τουλάχιστον) με κάποια αναφορική λειτουργία (προς το πράγμα ή εξωτερικό πράγμα κ.ο.κ).
Αυτή η μη φυσικότητα, ή εγελιανιζόντως λεχθέν η μη αμεσότητα του ρηματικού είναι δεν δύναται να σταθεί καν χωρίς την παρουσία αλλά και λειτουργική πράξη ενός υποκειμένου που δεν υφίσταται όμως ως ένα υπερβατικό ή ακόμα και υπερβατολογικό υποκείμενο που ρίπτεται από ένα ουράνιο πουθενά ή ξεφυτρώνει από την άγονη γη των (προσφάτως ειδικά, αφιχθέντων) υλιστών σαν ένα από τα αγαπημένα τους γερμανοειδή αυτονομολάχανα.
Αν δεν επαναφέρουμε (μόνον) ένα Εγώ, έστω ως ένα διαμεσολαβημένο από το Είμαι Εγώ (Λακάν), μας μένει μόνον ένα Είμαι, θα το λέμε τούτο μέχρι να μαλλιάσει η γλώσσα μας πλέον.
Και το Είμαι αυτό δεν είναι (το) ταυτοτικό (Είμαι), το λέω αυτό γιατί είμαι μέσα στο μυαλό διαφόρων ηλιθίων, δυστυχώς, και πρέπει που και που να τους βγάζω από το ανόητον που τους έχει κυριεύσει.

Ας δούμε όμως τούτο το Είμαι, στην γυμνή του καθορισιακότητα, έχοντας πάντα κατά νου αλλά και (μέσα) σε κάθε λέγειν μας το γεγονός τής απολύτου γλωσσικής υφής του ως ρηματικής λειτουργίας, αλλά έχοντας -θα έλεγα γω- και μιαν ανησυχία φροντίδας προς την διατήρηση τής αναφοράς μας στο ομιλείν των ανθρώπων όταν κυρίως ομιλούν και δεν στραμπουλάνε τη γλώσσα τους σε θεωρησιακές έρευνες, ομιλώντας πάλι! 

Προσέξτε ζούδια του λέγειν-περί-θεωριών και τα ρέστα, όταν ο κύριος φοβερή ποντικομαμή Λακάν, ο αγαπητός μας Ζακ, παραμένει εμμένων στο εγώ και ε-σύ, παρά τις απολαυστικές κατατροπώσεις του επί των υπαρξιστούληδων περσοναλιστών και άλλων βιωματο-λόγων, δεν το κάνει απλά και μόνον ωθούμενος, όπως σας είπα και γω εξάλλου, από μιαν δογματική (καθολικίζουσα) εγω-λογία, αλλά ωθείται να το κάνει αυτό, ωθούμενος και σε αυτήν την εγω-λογία, παραμένοντας στο λέγειν των ανθρώπων, όπως τουλάχιστον τους συναντούσε στο σημείο ιατρικής ή θεραπευτικής εξέτασής τους ή εκεί όπου έτρεχε βιαστικός να πάρει το κρουασάν του λίγο πριν μπεί στην αίθουσα των διαλέξεών του.
Και εκεί, στο όποιο εκεί, οι λόγοι του λέγειν δεν περιέχουν φόρα παρτίδα κανένα όρο Είμαι ή Είμαι Εκείνος ως ένα φιλοσοφικοειδές ον που ξεπετάγεται ως..φαλλός με την φυσική του έννοια και μορφή πάντα.
Ήδη το Είσαι εκείνος που θα με ακουλουθεί(ς) [δύο είναι] του ΚΒ' Κεφαλαίου των Ψυχώσεων, περιέχει έναν οριακά απώτατο βαθμό διείσδυσης του θεωρησιακού σε μια καθημερινή ούτως ειπείν φράση, τον οποίο βαθμό καλούμαστε να μην τον υπερβούμε με θεολογισμούς και φιλοσοφισμούς, αλλά να τον σεβαστούμε ως έχει ως προς την έκταση και έντασή του και όχι (απαραίτητα) ως προς περιεχόμενό του, ακολουθώντας και ημείς ένα ομιλείν όπως το ομιλείν των ανθρώπων.

Ας διαβαστεί λοιπόν το γυμνό Είμαι που εμβάλλω και πρόκειται να συνεχίζω να εμβάλλω στο λακανικό κείμενο ως ένα ομότροπο ως προς την καθημερινότητα Είμαι, χωρίς, πάντα χωρίς, να περιοριστούμε σε κάποιο αφηρημένο ταυτοτικό Είμαι-Εμείς.
Σε αυτό ακριβώς το ειδικό πλαίσιο είναι που η σημειακότητα, το ρηθέν τού Είμαι ως ένα ενοποιόν στοιχείο του λέγειν των ανθρώπων που συναντάς στον δρόμο και όχι (μόνον) στο σεμινάριο ή στο ακτίφ, όταν μάλιστα εξακοντίζεται το ίδιο στα όρια που το ίδιο ως σημαίνον σημείον έχει συγκροτήσει, σε αυτό και μόνο το πλαίσιο είναι που ενδιαφέρει και μάς..







Ιωάννης Τζανάκος
  


Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(8) Το Είμαι ως Εκείνος..



Η επιστροφή μας στο ίδιο το λέγειν του Λόγου (μας) δεν μας οδηγεί σε ένα Εγώ (ego) αλλά σε ένα Είμαι.
Τουλάχιστον εκεί θα μας οδηγούσε αν δεν υπήρχε μια συνεχής θεσμοποίηση τής συστολής απέναντι στον Λόγο ως ενός λέγειν που εκδιπλώνει όλους τους τροπισμούς τής συνέχειάς του, ακόμα κι αν τούτη σημαίνει και μιαν ενδογενή σε αυτό δημιουργική ρηξιγένεια και απομονωσιμότητα των στοιχείων του.

Το δόγμα της συνέχειας του Λόγου ως τούτη (η συνέχεια) να είναι ούτως ειπείν συνεχής, είναι το δόγμα του Εγώ, είναι παρά τις όποιες τροποποιήσεις και μετατροπές του το δόγμα μιας εγω-λογικής συνοχής που δεν μπορεί παρά να εδράζεται σε ένα προϋπάρχον θεωρητικό ή ιδεολογικό (κοσμοθεωρητικό) σύστημα περί του Εγώ.
Αν μας ζητούνταν χωρίς τούτο να αποτελεί μια διαρκή δήλωση πίστης και μετανοίας να δεχτούμε την αρχή του Εγώ, θα ικανοποιούσαμε αυτό το αίτημα, αλλά όταν ακόμα και ένας σπουδαίος όπως ο Λακάν, του οποίου τις αναρριχήσεις εκμεταλλευόμαστε ανενδοίαστα, επιθυμεί να διασώσει τούτο το Εγώ ακριβώς εκεί όπου αυτό φαίνεται ή παρουσιάζεται να κονιορτοποιείται, δεν μπορούμε να κάνουμε καμία δήλωση μετανοίας ή να ενωθούμε σε αυτή την πίστη.

Το Εγώ λοιπόν υπάρχει, ε και;
Πού και πως υπάρχει αυτό το πράγμα στο σημαίνον ως έστω αυτάρκες, μπορείτε να μας πείτε;
Το σημαίνον ενέχει ως όρος, πιθανο-λογικά, ένα είδος εγωλογικής ενέργειας που ταυτιζόμενη μάλιστα με την αναθετική και δικαιοπρακτική λειτουργία του Λόγου φαίνεται πάλι να την ανανεώνει και να την δικαιώνει, ως μέρος ενός νεοδιαφωτισμένου "του".
Η αλυσίδα των επιστροφών σε ένα λέγειν από την σκοπιά του ίδιου του σημαίνοντος εκβάλλει σε μιαν ενεργησιακή αρχή που είναι όμως και μια δυνατότητα συμπερίληψης τού όλου τού λέγειν, αλλά ακόμα κι αν δεν τεθούν τα πάντα σε μιαν τυπική κυριαρχικο-συμπεριληπτική ενοποίηση διασώζεται το εγω-λογικόν αυτής τής αρχής.

Οι διάφορες "περσοναλιστικές" αντιπολιτεύσεις σε αυτό το νέο συμπεριληπτικόν εγω-λογικό όλον, ακόμα κι όταν εκκινούν λ.χ από έναν νόθο (νεο-)ορθοδοξομυστικισμό ή ψευδομυστικισμό τής "σχέσης", είναι απλά για κλάματα ή για να σπάμε πλάκα.
Αλλού είναι το ζήτημα.

Το υποκείμενο ως αναστρεφόμενο εις τις πηγές της ομιλιακής του κατάστασης, είτε φιλοσοφεί είτε είναι τρελό είτε είναι επιστημονικόν, είτε ό,τι στον γεροδιάολο, αν επιθυμεί να εδραιώσει τον Λόγο αυτού του λέγειν αλλά πάντα ως λέγειν, δεν έχει σε πρώτη φάση πολλές επιλογές, "πρέπει" να ορίσει μιαν υποκειμενικότητα έστω ως ομοίωμα του πραγματικού στόχου του, και όντως σε αυτό το πλαίσιο το Εγώ είναι ένας αληθινός ορισμός ή καθορισμός του.

Ο φανατικός φιλοσοφικός ορισμός που έχει να κάνει ακόμα με τους φιλοσόφους τού Είναι ( από μαρξιστές μέχρι χαϊντεγκεριανούς ακόμα και της "δεύτερης φάσης") θα αποδώσει στο υποκείμενον που επιθυμεί την επιστροφή αυτή ένα Είναι ή θα αποδώσει το ίδιο το υποκείμενο σε ένα Είναι.
Δεν υπάρχει κάτι το ψευδές σε αυτόν τον τρόπο, πρόκειται για αληθινούς και ατρόμητους ανθρώπους που θα μεταφέρουν σε όλο το χρονικό συνεχές της ανθρωπότητας (όσο αυτή υπάρχει) την φράση Είναι το.. ή το ρήμα Είναι σαν να είναι ένα μαγικό ρήμα εξόδου από το πάθος του υποκειμένου. 
Για τους αρχαίους Έλληνες, και για τους φιλοσόφους, ο θεός, ήτοι η πηγή του λέγειν, δεν μπορεί παρά να είναι Είναι, πράγμα το οποίο εξόχως και τρυφερώς ειρωνεύεται ο κύριος φοβερή ποντικομαμή Λακάν.
Ο θεός αυτός, όπως μας λέει ο Ζακ, λέει, αν λέει, Είμαι εκείνος που είναι, και ως τέτοιος θεός δεν σηματοδοτεί μόνον έναν περιορισμό τού θεού αλλά και μιαν επιβιωσή του σε έναν νέο οντολογισμό τής ιστορίας, της (φιλοσοφικής) ανθρωπολογίας κ.λπ
Και ο υλιστικότερος και αθεϊστικότερος των μαρξιστών (και άλλων επαναστατών) τής καθημερινότητας τής ιδεολογίας, έναν τέτοιο θεό θρονιάζει στον θρόνο του όντος, ακόμα ή μάλλον τότε ακριβώς που εξορίζει κάθε άλλο Είναι από το Είναι, ακόμα κι όταν το δικό του Είναι το ορίσει με ένα μη Ειναι-ικό στύλ.
Φιλοσοφικά, όχι πολιτικά, τελειωμένες υποθέσεις.
Ο κύριος φοβερή ποντικομαμή Λακάν, αντίθετα, δεν φεύγει μακριά από το Εγώ για να πάει σαν υλιστικό μαθητούδι σε ένα Είναι, άρα σε ένα νέο θεολογικό πλαίσιο της ίδιας αιώνιας και αενάως επαναλαμβανόμενης ψευδοεξόδου από το ερώτημα του ομιλισιακού υποκειμένου, το οποίον είναι και το μόνον υποκείμενο (ως ομιλισιακόν).
Η επιστροφή του Ζακ είναι μια επιστροφή τού Ασώτου υιού τού Εγώ στο Εγώ.
Πάντα δια ενός Είμαι, βέβαια.
Το Είμαι του Λακάν (όμως), παρά το γεγονός ότι είναι ένα αυτοδιαμεσολαβημένο από τον παθητικό όρο του Είμαι με τα όλα του, δηλαδή ένα κάπως και υπορρήτως-κάπως υφίστασθαι αλλά όντως υφίστασθαι, δεν είναι παθείν, δεν είναι αυτό που είναι το Είμαι ως αυθεντικός όρος και σημείο του σημαίνοντος ως το υφίστασθαί του, ως το σημαίνεσθαι του σημαίνοντος.
Ο όρος Εκείνος νοθεύει το Είμαι με ένα Εγώ, πάλι, θέλει ο Καθολικιστής να αγιάσει αλλά δεν τον αφήνει η ομιλιακή εγω-πάθειά του.
Είμαι Εκείνος που Είμαι, μας λέει ο Λακάν, ότι λέει ο θεός του, μάλλον κάπου στην κεντρική Ιταλία, μεταφράζοντας την πραγματική ή φαντασιακή κυριολεξία του βιβλικού Εκείνος σε μιαν εγω-λογική αν και έμμεση κυριολεξία του Εγώ.
Και ενώ στο Είμαι Εκείνος που είναι (Είναι), αυτό το Εκείνος δεν χάλασε την εγω-πάθεια αφού η εγω-πάθεια δεν τίθεται (στο φιλοσοφικοειδές) σε αμφισβήτηση, εδώ χαλάνε τα πράγματα, αφού το ύψος και ο στόχος είναι άλλος, είναι ο Άλλος.
Όπως καταλαβαίνετε θα υπάρξει συνέχεια.





Ιωάννης Τζανάκος 

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Ενδιάμεσες σημειώσεις για το σημείον (3)



Η εσωτερική διαίρεση του Λόγου ως μιας ευρύτερης νοητικής και γλωσσικής κατάστασης που σχετίζεται με το τρελό ζώο, δεν σημαίνει μιαν κατανομή των υποτιθέμενων μερών του σε απόλυτα διακριτούς τόπους ή τοπικότητες.
Υπάρχει μια πολύπλοκη τοπική διάσταση τής διαίρεσης αυτής, η οποία μάλιστα αφορά και στην γενική διαίρεση ανάμεσα στην επικράτεια τής γλώσσας ή γλωσσικότητας και το υποτιθέμενο αμιγές ή μη γλωσσικόν νοητικόν μέρος.
Θεωρείται, και όχι αδίκως, πως πλέον δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτό το μη γλωσσικόν νοητικό μέρος ως να υπάρχει έστω σε μιαν σχετική αυτοτέλεια.
Ενώ η γλωσσικότητα φαίνεται να διαποτίζει το παν στην επικράτεια του Λόγου, η μη γλωσσικότητα έχει περιοριστεί σε μια μάλλον ανύπαρκτη περιφέρεια του λέγειν.
Πρόκειται για μια μεγάλης σημασίας θεωρητική αντιστροφή των ίδιων των θεωρητικών υποθέσεων για την ανθρώπινη υπόσταση, της οποίας τις συνέπειες δεν έχουμε ακόμα σταθμίσει.
Αυτό που ίσως να διαφεύγει όμως ακόμα και σε πολλούς ενήμερους για την "γλωσσολογική στροφή" της θεωρίας είναι ότι τούτη εισάγει μιαν άλλη, ριζικά διαφορετική τοπολογία του Λόγου ως γενικής υπόστασης.
Αρκετοί από εκείνους τους (ακουσίως ή εκουσίως) αγράμματους που μιλάνε απαξιωτικά για τον "μεταμοντερνισμό" ή τον "μηδενισμό τής ύστερης νεωτερικότητας" κάνουν πως αγνοούν ή αγνοούν όντως ότι ένα σημαντικό θεμέλιο τής (λεγόμενης ως) μεταμοντέρνας θεώρησης και διερώτησης δεν είναι άλλο από μια εκδοχή τής νέας γλωσσολογικής θεώρησης και διερώτησης.
Όταν ο Λόγος δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι που μπορεί να διαφύγει του λέγειν, ακόμα και όταν τούτο το λέγειν διακαθορίζεται και από (υποθετικούς) μη γλωσσικούς συντελεστές της νοητικής διεργασίας, τότε στα ίδια τα αυτοκατανοητικά θεμέλιά του (ως Λόγου) υφίσταται ένας σεισμός.
Βέβαια, ο σεισμός αυτός κάθε άλλο παρά είναι ένας από τους τυπικούς ξεθεμελιωτικούς εν γένει σεισμούς που βίωσαν κοινωνίες ή ξεχωριστά (θεωρητικά ή κοσμοθεωρησιακά) υποκείμενα όταν η διαφώτιση και η θετική (κυρίως) επιστήμη κατέβαζαν από τους λαμπρούς θρόνους τους, θεούς και μεταφυσικές παραδοχές, εφόσον τώρα, με την "γλωσσολογική στροφή" μέσα από τα ερείπια τής κατοπτριστικής ηθικής και φιλοσοφίας αιώνων και χιλιετηρίδων αναδύονται με αξιώσεις ισχύος και νέας αλήθειας παλαιές μορφές εννόησης και συμβολοποίησης του όντος που θεωρούνταν ανήκουσες σε κατώτερες βαθμίδες στην ιεραρχία του συστήματος του Λόγου.
Έτσι, η ρητορική λ.χ ή η θρησκειολογία/θεολογία, ή ακόμα ακόμα η λογο-τεχνία ως μια αυτάρκης αξίωση για το νόημα του όντος, δεν ανήκουν πλέον σε μιαν βαθμίδα πάνω από την οποία, σε μιαν άλλη και ανώτερη βαθμίδα, ο κατοπτριστικός Λόγος τής παλαιάς "ορθολογιστικής" εποχής θα μπορούσε να είναι το ίδιο το κρίνειν και το αξιοθετείν ενώ "όλα τούτα" ένα πάντα κρινόμενο και αξιο-λογούμενο αντικείμενο.
Δεν είναι κάποια "καπιταλιστική συνωμοσία" που έφερε αυτή την μετατροπή, ούτε σημαίνει κάποια παρακμή, αλλά είναι η ίδια η αλήθεια τής επιστημονικής (γλωσσολογικής-φιλοσοφικής) δραστηριότητας σε συνύφανση με μια λειψή αλλά πραγματική ωστόσο απελευθέρωση τής ανθρώπινης πραγματικότητας ως γλωσσικοϋποκειμενικής.
Η γλώσσα ως αυτονόμως σημαίνουσα την αλήθεια, χωρίς να υψώνεται (συνέχεια) από πάνω της ένας υποτιθέμενος μη γλωσσικός άρα αμιγώς νοητικός ή νοητικοηθικός κριτής, σημαίνει δικαίωμα λαλιάς και αληθολαλιάς.
Δεν υπάρχει κανένας Λόγος πάνω από τον Λόγο μας ως λέγειν, ή αν υπάρχει ριζώνει σε έναν τόπο όπου και το λέγειν τού Λόγου και ο Λόγος αυτός ως Λόγος τού λέγειν έχουν την ίδια ηθική, νοητική, αισθητική αξία, αν τηρούν έναν γενικό κανόνα που τους σχετίζει και τους συνυφαίνει ως δύο πτυχές του Ίδιου ή ως δύο εκβλαστήσεις ενός Ίδιου.

Εδώ όμως είναι που αποκτάμε δικαίωμα, ως σημεία οι ίδιοι, εμείς οι α-σήμαντοι, εδώ είναι που αρχίζει να απαιτεί η λαλιά μας ένα έρεισμα το οποίο αν και πάντα το είχε απωθούνταν πάντα σε μιαν κατώτερη ιεραρχική βαθμίδα του Λόγου, άρα εδώ είναι που το έρεισμα αυτό έχει αποκτήσει αιφνίδια μια Δόξα.
Η εμμονή μας στο σημείον σχετίζεται και με αυτό το ίδιον του Λόγου όπως φανερώνεται στην πραγματική (θεωρούμενη ως) ταπεινότητά του, εδώ είναι που με έναν αιφνίδιο τρόπο εμφανίζεται η καθημερινή ύπαρξη ως ύπαρξη με Λόγο και λέγειν ή λαλιά που δεν είναι σε υποχρέωση απολογίας απέναντι σε κανέναν "ανώτερο Λόγο".
Εδώ αγαπητοί διανοούμενοι και λόγιοι, κομματάρχες, φατριαστές φιλόσοφοι τής σχολής, παπάδες πάπες και ουλεμάδες, επαγγελματίες θεραπευτές τής "ψυχής", είναι που έχουν αρχίσει να σας ζώνουν τα φίδια και κάποτε θα σας φάνε.




Ιωάννης Τζανάκος
    

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(7) Σχόλιο στο ΚΓ' Κεφάλαιο από τις Ψυχώσεις του Ζ.Λακάν..


Η πατρική ιδιότητα αναδύεται ιστορικά, χωρίς να ταυτίζεται με την πατριαρχική ιδιότητα και χωρίς να γνωρίζουμε αν σχετίζεται, όταν αναδύεται, με το οιδιπόδειο πλέγμα.
Πέρα από τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές και ιστορικές συνθήκες ανάδυσης που αφορούν σε αυτήν την ανάδυση, ο Λακάν μας δείχνει με γλαφυρό και ξεκαρδιστικό τρόπο την ανάδυση του Πατρός ως στοιχείο και ως μέρος του σημαίνοντος Πατήρ αλλά και ως στοιχείο και μέρος τού ίδιου του σημαίνοντος εις την γενική ιεραρχημένη μορφή του.

Αξίζει κανείς να διαβάσει το ΚΓ' αλλά και το ΚΔ' κεφάλαιο του πρώϊμου έργου του Λακάν για τις ψυχώσεις, για να εισαχθεί όχι μόνον στην προβληματική τού ίδιου αλλά και με έναν βαθύτερο τρόπο στην προβληματική τού σημαίνοντος από μιαν βαθύτερη γλωσσολογική και ψυχαναλυτική σκοπιά.
Το ζήτημα είναι, σε μια πρώτη αλλά απόλυτα αναγκαία ανάγνωση για την κατανόηση της λακανικής ερμηνείας αλλά και των πραγμάτων των ίδιων, ότι το σημαίνον ως μια συγκροτημένη ενότητα με σαφή ιεραρχικά και κεντροποιητικά χαρακτηριστικά αναδύεται από την πατρικότητα και αναδύει την πατρικότητα, το ζήτημα είναι λοιπόν πως έχουμε να κάνουμε με μιαν συνανάδυση και όχι μόνον με μιαν συνάντηση.
Το σημαίνον Πατήρ, ο Πατήρ ως το σημαίνον-ως-σημαίνον, ως το Ίδιον του σημαίνοντος, δεν συγκροτείται ως να υπήρχε πρώτα η κεντρικότητα ως Ίδιον του σημαίνοντος αλλά ως να είναι το ίδιο το Ίδιον του Πατρός, ως να είναι άρα το κεντρικόν και κεντρικοποιητικόν ως Ίδιον του Πατρός το Ίδιον του σημαίνοντος-ως-σημαίνοντος.
Πριν φτάσει ως εκεί, στο κείμενό του, ο Λακάν, σκιαγραφεί το σημείον του πατρικού Λόγου σε μιαν ελκτική κατηγορική φορά προς το σημαινόμενον του Πατρός ως Εγώ ή Εγώ-ενεργείν.
Μπαίνω τώρα αμέσως στο ψητό και επαναφέρω πληρέστερες και σφοδρότερες τις αντιρρήσεις μου με το είδος της πραγμάτευσης (του πατρικού ζητήματος) από τον Λακάν και όχι με το ύψος της που είναι, δυστυχώς, για τους περισσότερους αντιλακανικούς δυσθεώρητον.

Είπαμε σε μια προηγούμενη δημοσίευση πως το Είμαι απουσιάζει εκεί που πρέπει να είναι παρόν, όταν συγκροτείται το σημαίνον-ως-σημαίνον σε αναφορά προς την σχέση εγώ και ε-σύ, στο καίριο σημείο όπου το εγώ και το ε-σύ υποδέχονται ως ένα ενιαίο πλέγμα την συγκροτητική διείσδυση του Άλλου, του μεγάλου Ά-λλου, ο οποίος δεν μπορεί παρά να είναι βέβαια...άλλος από τον Πατέρα, το σημαίνον Πατέρα ή τον Πατέρα ως (το) σημαίνον.
Η σκιαγράφηση του Άλλου ως Είμαι δεν θα έλειπε βέβαια από την συνέχεια, αλλά πριν γίνει η συνπαρπαστική σκιαγράφησή του (ως Είμαι) στην διάλεξη τού ΚΓ΄ Κεφαλαίου με όλες τις ιστορικοπολιτισμικές και γεω-τοπολογικές (μεταφορικές και μη μεταφορικές) αναφορές της έχει προηγηθεί, όπως είδαμε αλλού, η καθολικίζουσα υπονόμευση της ιδιάζουσας κατάστασης του Είμαι ως (του) περιέχοντος τον Πατέρα.
Για την ακρίβεια, το Είμαι παράγεται στον Λακάν ως ένα Είμαι-Πατήρ κατά την ειδικότερη καθολικιστική έννοια τής ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, αλλά τούτο δεν γίνεται μόνον για δογματικούς λόγους αλλά για να υπάρξει ως ένα Εγώ-Ενεργείν.
Δεν αμφισβητώ το ύψος της λακανικής προσπάθειας και του λακανικού αποτελέσματος, αφού μάλιστα αυτό το ύψος κατακτήθηκε και επ' αυτού μετέχουμε δια του κατακτητή αναρριχητή Λακάν και ημείς, αλλά αμφισβητώ την ίδια την υφή του σημαίνοντος όπως παράγεται κατά την ειδική της σύσταση επιδρώντας και στην έννοια του σημαίνοντος.
Το Είμαι είναι για εμάς ένα Παθείν του σημαίνοντος, το Είμαι (τού Κυρίου) είναι ένα σημαίνεσθαι (εντός πάντα του σημαίνοντος) μάλλον και όχι ένα σημαίνειν, αν θέλουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τι λέμε τώρα σε ένα πλαίσιο διάκρισης, άρα το Είμαι δεν είναι ένα Εγώ ή Εγώ-ενεργείν.
Θα επανέλθουμε γρήγορα, αναλυτικότερα.










Ιωάννης Τζανάκος   

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Ενδιάμεσες σημειώσεις για το σημείον (2)


Σε ένα σχόλιό του στην δημοσίευσή μας Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(5) ο Δήμος, κάνοντάς του την τιμή μόνο και μόνο που ασχολείται με τον περιπλανώμενο παραπλανημένο πάστορα, διόρθωσε έναν έτσι κι αλλιώς πρόχειρο ερμηνευτικό ορισμό μας για την ψύχωση στον Λακάν ως διατάραξη τής σχέσης (μεταξύ) σημαίνοντος (και) σημαινομένου.
Είναι αλήθεια, όπως και του διευκρίνησα, ότι όντως είναι λίγο παράξενο να υπάρχει διατάραξη σε μια σχέση εις την οποία το ένα σκέλος καλά καλά δεν υπάρχει, έστω (ως) ακέραιον.
Στην ψύχωση απουσιάζει τρόπον τινά το σημαίνον, οπότε εντελώς φορμαλιστικά έτσι εμφανίζεται και ο Λόγος "από τα έξω" σαν, σαν λέω και μόνον σαν, να έρχεται από μιαν υπερδιογκωμένη λειτουργία του σημαινόμενου που καλύπτει το "κενό", αλλά στην πραγματικότητα "λόγω" της διάκλεισης (προς) τα "ονόματα του πατρός" υπάρχει μιά έρημος την οποία καλείται το (ψυχωτικό) υποκείμενο να καλύψει ή φαίνεται σαν να καλείται να καλύψει, και μάλλον μόνον "φαίνεται" εφόσον η ίδια η ενέργειά του του αιτείν προς ένα σημαίνον τού έρχεται και αυτή κατακέφαλα.
Δεν υπάρχει δηλαδή καμία επεξεργασία έστω νευρωτικού χαρακτήρος ενός προβλήματος κ.λπ
Αυτό και μόνον, το τελευταίο, προβληματοποιεί το ζήτημα, για μένανε τουλάχιστον ως ερασιτέχνη ψυχίατρο και παραπλανημένο πάστορα.
Η επίθεση του υπερεγώ στο υποκείμενο, με την μορφή λ.χ των ακουστικών ψευδαισθήσεων προστακτικού χαρακτήρα ("κάνε τούτο" κ.λπ) ή ακόμα και η γενικότερη παρουσία μιας οντοποιημένης υπερβατικίζουσας πραγματικότητας (το θρησκευτικό παραλήρημα κάνει γιορτή στις ψυχώσεις) η οποία όμως έχει τον χαρακτήρα τής ξένωσης και όχι μόνον ιδιότητες παραδοξολογικών και αλλόκοτων μορφών, δίνει στο όλο φαινόμενο μιαν εξαιρετική αξία ακριβώς γιατί δείχνει την εμπλοκή του ίδιου τού λέγειν ή Λόγου σε όλες του τις πτυχές (αντίστοιχα) σε όλες τις πτυχές του (ψυχωτικού) υποκειμένου.
Ο Δήμος μου είπε να διακρίνω μεταξύ διαστροφικής διαταραχής και ψύχωσης και έχει απόλυτο δίκιο, αρκεί να μην αποκλεισθεί ούτως η συνύπαρξή τους μερικές φορές μέσα στο ίδιο το ψυχωτικό φαινόμενο, αν και τούτο είναι δευτερεύον.
Το σημαντικό είναι να κρατήσουμε μιαν εικόνα τής ψύχωσης ως μορφής έλλειψης τού σημαίνοντος, αν και όχι βέβαια εξαφάνισής του, η οποία (ως έλλειψη) συνυφαίνεται με το πρόβλημα του πατρός ως ειδικής, ιεραρχικής λέω εγώ, αλλά γενικής θεμελιωτικής σημασίας  τάξης του σημαίνοντος.
Που όμως ξεπετάγεται το θέμα του σημείου κατά την δική μας ταπεινοπαστορική ματιά;
Επισπεύδω λόγω τής παρέμβασης του Δήμου, την απορητική μου αναζήτηση, λέγοντας λίγο ως πολύ το παστορικόν ότι το σημείον ως γενικός όρος που έχει σχέση και με την εσωτερική συνοχή τού σημαίνοντος αλλά και με την εσωτερική του (ακόμα και λειτουργικομορφολογική) δόμηση σε σχετικά απομονώσιμα στοιχεία, αυτό το σημείον λοιπόν όπως δίδεται και στην ψυχωτικοπαθολογική του μορφή ακόμα ακόμα, έχει μιαν εσωτερική σύναψη με το υπερεγωτικό σημαίνον, βρίσκεται παρά τής ελλείψεώς του ή ακόμα και χωρίς να υπάρχει έλλειψη ή καταστροφή του σε μια εσωτερική σχέση με ένα υπερεγώ το οποίο δεν μπορεί παρά να δομείται "πατρικά".
Δεν υπάρχει βέβαια, πάντα, η παρωδιακή επανάληψη τής πατρικότητας όπως στην διαστροφή (όπως μας την επισημαίνει ο Δήμος) αλλά ένα άλλο είδος οικειοποίησης τού σημαίνοντος που το παρουσιάζει έστω ως ήδη προσκτηθέν.
Γι' αυτό και αν παραβλέψουμε τις συκοφαντικές ερμηνείες του παραληρηματικού θρησκευτικού φαινομένου σε μη (εμφανώς έστω) παθολογικά ψυχωτικά υποκείμενα όταν περιορίζονται (ως μόνον συκοφαντικές) στην διάγνωσή τους, χωρίς να τις πετάξουμε στα σκουπίδια ως πάντα μόνον συκοφαντικές, γι΄αυτό λοιπόν μπορούμε να βρούμε εντός της σημειακής παραληρηματικής δράσης του υποκειμένου ένα στοιχείο αυθεντικής συμβολικής ή άλλης τάξης του σημαίνοντος.
Αυτό κάνει μπαμ ακριβώς στις οριακές περιπτώσεις των υποκειμενικοτήτων εκείνων που χωρίς να έχουν πρόσβαση ή μέθεξη σε έξεις και ψευδευφορικές σωματοποιήσεις (όπως είναι στις κανονικόμορφες ψυχώσεις) δομούν έναν συνεκτικό σύστημα νοήματος, τόσο συνεκτικό που να δομεί ακόμα και πολιτισμούς.
Δεν είναι για μένα τυχαίο ότι σε αυτές τις "περιπτώσεις" πάνω, στις οποίες εστιάζεται σήμερα ένα είδος ψυχολογοποιητικού θερσιτισμού ρατσιστικού χαρακτήρα, είναι που εδράζεται ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου ψυχικού αποθέματος και αυτό το απόθεμα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς την σημειοποίηση που αναφέραμε αρχικά.
Όπου σημειοποίηση και σημείον ένα, και πείτε με ρομαντικό.




Ιωάννης Τζανάκος  
 


Ενδιάμεσες σημειώσεις για το σημείον (1)



Θα συνεχίσουμε την μικρή σειρά μας γύρω από το σημαίνεσθαι ως πτυχή του σημαίνοντος (το σημαίνεσθαι ωστόσο ως διακριτόν ως έννοια από το λεγόμενο αναφορικό σημαινόμενο), και την γενική επόπτευση των λακανικών θεωρήσεων στην σειρά των διαλέξεων τού Λακάν για την ψύχωση, αλλά λόγω της σημαντικότητας κάποιων σημείων στην πραγμάτευση που επιχείρησε ο σημαντικός αυτός κύριος θα καθυστερήσουμε λίγο τις νέες δημοσιεύσεις, τουλάχιστον μέχρι το σ/κ.
Ωστόσο, προσπαθώντας να περικυκλώσουμε το θέμα και να το αναπτύξουμε περισσότερο στον πυρήνα των δικών μας θεωρήσεων περί του σημαίνοντος και τού σημείου, θα αναπτύξουμε επίσης, παράλληλα, περαιτέρω την προβληματική μας "αποκλειστικά" για το σημείο.

Πρώτες παρατηρήσεις, κάπως επαναληπτικές αν κάποιος μας έχει παρακολουθήσει.

Η σημειακότητα είναι εξωτερικότητα προς το εμπρόθετο γλωσσικό υποκείμενο, ακόμα κι αν προκύπτει κατά τα φαινόμενα από "μέσα" του.
Το φωνητικό ή νευματικό γλωσσικό σημείο δεν είναι σύμβολο ή γράμμα, δεν μετέχει της ενδιάθετης σκέψης αν και η ενδιάθετη σκέψη είναι αδύνατη χωρίς την φωνητική ή νευματική της εκδήλωση.
Αυτό, όπως το εκφράζουμε αποτελεί ήδη ένα παράδοξο.
Η σημειακότητα, το σημείον δείχνει εναργώς χωρίς να εξαντλεί βέβαια αυτό που ονομάζει ο Λακάν ημι-εξωτερικότητα τής γλώσσας για το ανθρώπινο υποκείμενο.
Η παραδοξότητα που προκύπτει από αυτή την ημι-εξωτερικότητα του σημείου ολοκληρώνεται (ως παραδοξότητα) όταν δούμε με μεγαλύτερη προσοχή το άλλο σκέλος της που έχει να κάνει με την ενδιάθετη σκέψη από την σκοπιά όμως τώρα τής ίδιας τής ενδιάθετης σκέψης.
Η ενδιάθετη σκέψη είναι αδύνατη χωρίς το σημείον του σημαίνοντος-γλώσσας (και βέβαια χωρίς την γλώσσα ως "σύνολο"), υπάρχει μια ταυτότητα, αλλά και πάλι, παρά την αναλυτική θεωρητική προσπάθεια των ριζοσπαστών γλωσσοκεντριστών, δεν ταυτίζεται μαζί του, ούτε ταυτίζεται με την γλώσσα (ως "σύνολο").
Υπάρχει εδώ ένα θέμα.

Η σημειακότητα δεν είναι μόνον μια μορφή υλικής υπόστασης του σημαίνοντος αλλά η ίδια η υλική υπόστασή του ως (ένα) οργανικό και αναπόσπαστο μέρος του.

Η σημειακότητα, ή το σημείον, αν και προσδιοριζόμενον και ως εστία ή σχετικά απομονώσιμο στοιχείο μέσα στο σημαίνον δεν αίρει την ενότητα τής γλώσσας, δεν αποτελεί ένα ούτως ειπείν αποκομμένον της, όπως λόγου χάριν αποτελεί (σε μια πρώτη αφαίρεση) το αναφορικόν δεικνύον προς το "πράγμα".

Η ίδια η γλώσσα ως μη αναφορικό σύστημα, ως σημαίνον καθεαυτόν παρουσιάζει ιδιότητες που προσιδιάζουν στο σημειακόν.
Από μιαν άλλη φορά των πραγμάτων, από εκείνην του παραδόξου της σχέσης μεταξύ (τής) ενδιάθετης σκέψης και (τής) σημειακότητας όπου το σημειακόν είναι το υπερισχύον που δεν δύναται ωστόσο να κυριαρχήσει παντού (ως ταυτοτικός προσδιορισμός-καθορισμός), μεταβαίνοντας στην διάσταση του σημαίνοντος όπου τούτο περιέχει ισοδυνάμως εντός μιας σχέσης τόσο την σημειακότητα ως σημείον όσο και το σημαίνειν ως νοηματικό κυρίως στοιχείο διαπιστώνουμε ένα αντίστροφο παράδοξο:
Αν και το νοηματικόν του σημαίνοντος τείνει να κυριαρχήσει στην σχέση τούτη, μολοντούτο όχι με τον ίδιο κυριαρχικό τρόπο του σημαίνοντος ως σημείου, δεν μπορεί να το απαλείψει από παντού ακόμα και όταν είναι η κύρια λειτουργία.
Σε αυτό το παράδοξο που έρχεται να συμπληρώσει το προηγούμενο επανέρχεται, συμπροστιθέμενη τώρα, η εικόνα τής ίδιας τής γλώσσας ως σημείου όταν υπάρχει η αποκοπή τής αναφορικής λειτουργίας.
Στην πραγματικότητα, το σημείον ή σημειακότητα παράγει τρία αλληλοπλεκόμενα παράδοξα κατά την σχέση πάντα του νοηματικού και του σημειακού σημαίνοντος, ενόσω βέβαια το ένα από αυτά, το αφορών την γλώσσα ως σημειακότητα όπως έχει παραχθεί από την αποκοπή και (διαλεκτική) κατάργηση τής αναφορικής λειτουργίας της, σημαίνει με έναν αντίστροφο ή ερωτηματικό τρόπο το ίδιο το αναφορισιακό επίκεντρο ή όπως το ορίσαμε αναφορισιακό αποκομμένον. 





  
Ιωάννης Τζανάκος 

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(6)



Η (θεωρούμενη από εμάς) λακανική μετατροπή του ε-σύ σε μιαν πανοπτική μορφή ενός εκπέμποντος θεσμικού (κατά την ψυχαναλυτική έννοια) εγώ, με την μορφή πάντα τού σημαίνοντος, δεν σημαίνει βέβαια έναν ευκόλως καταγγελλόμενο εγω-λογισμό του λακανικώς σημαινόμενου (ως) σημαίνοντος.
Ελπίζω να μην νοείται έτσι η κριτική μας.
Αλλά και να νοείται έτσι, ας υποθέσουμε ότι έχετε την δυνατότητα να την εκλάβετε έστω υστερόχρονα με μιαν πλαγιότερη κλίση, ας υποθέσουμε λοιπόν πως υπάρχει ένα είδος δυνατότητας να στρίψετε λίγο το βλέμμα σας σε μιαν κάπως περιπλοκότερη κριτική γενικά της εγω-λογίας.
Είναι βέβαια δύσκολο, αν έχεις συνηθίσει σε μιαν τόσο εκτεταμένη κριτική τής εγω-λογίας και της εγω-πάθειας από το ανθρώπινο γένος και ειδικά μερικές φορές από τους εγωπαθητικότερους εντός αυτού, μετά από όλα αυτά λοιπόν, να καλοδείς μια κριτική της εγω-λογίας όταν μάλιστα απευθύνεται (φανταστικά) σε μια περίπτωση που μάλλον φημίζεται γι' αυτήν ακριβώς την κλίση, την οποία υποτίθεται πάντα υπηρετείς και εσύ, στην προκειμένη περίπτωση ο δικός μας πληθυντικός αγενείας.
Η κριτική που ασκείται στην θεωρητική εμπλοκή σε μιαν εμπρόθετη και εκπεμπόμενη σημαινότητα, ή στο σημαίνον ως σημαίνειν υπό την διάκρισή του από το σημαίνεσθαι, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση ως προς την ανάδυσή της αλλά και την ίδια την υπεράσπισή της όταν ακριβώς ξεμυτίσει μπροστά σε τόσο φημισμένα θηρία του Λόγου.
Είναι δεδομένο ότι (το) πιθανότερο είναι να υπάρξει μια ακόμα βύθιση στην ίδια την απροσωπία που το ίδιο το ιδανικό μιας πραγματικά αφηρημένης σημαινότητας τού σημαίνοντος ως σημαίνεσθαι επιτάσσει, όταν ακριβώς τούτος που ακολουθεί αυτό το ιδανικό το ακολουθεί.
Το λέγειν ως ένα σημαίνεσθαι του ίδιου του λέγειν, ως δηλαδή ένα σύστημα σημείων που δεν διεκδικεί καμία εμπρόθετη κίνηση/ενέργεια ή την αναζήτηση ενός ε-σύ ως εγώ αλλά ούτε βέβαια την αναζήτηση ενός εγώ, τι άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός από απεμπλοκή από κάθε όνομα ή σήμανση αυτής τής υποδεκτικότητας και από κάθε ατομική προσπάθεια με διακριτό χαρακτήρα;
Ας προσπαθήσουμε να πιστέψουμε ότι δεν είναι μόνον έτσι, και ας συνεχίσουμε λοιπόν.


Με ευαρέσκεια και ηδονή, σε μια από τις επιστροφές μου στο λακανικό κείμενο περί των ψυχώσεων, διαπίστωσα την λακανική ολίσθηση, ότι δηλαδή ο κύριος Λακάν υποχρεωμένος καθώς είναι κατά την υπεράσπιση τού συστήματός του ως αντι-κείμενου (εκ του αντίκειται) στις υπαρξιοβιωματικές αρλούμπες και άλλες αρλούμπες -εμπλεκόμενες με την λατρεία του φαντασιακού-, αναγκάζεται ωστόσο παρά τούτο το δογματοκαθολικόν καθήκον να σχετικοποιήσει ακόμα και την σημασία, ή την λειτουργική αξία τού ρήματος, με τελικό θλιβερό αποτέλεσμα να προχωρεί σε μιαν ένταξή του στο γενικό προτασιακό ή φρασιακό μόρφωμα ως σχεδόν ουσιαστικού.
Η ένταξη αυτή συμβαίνει σε πρώτο φόντο και σε σχέση με τα συμφραζόμενα του κειμένου και για να μας δείξει πως τούτο το αναθεματισμένον υπερεγωτικό ε-σύ ως προσλαμβανόμενο ή υπάρχον ακόμα ακόμα σε ένα αυτοτελές σημείο δεν μπορεί παρά να είναι και τούτο ένα εγώ, πάντα με την θεσμική αλλά πλέον υπόρρητη θεσμική έννοια, λέω...εγώ.
Μέσα στο υπερεγώ φώλιασε ένα εγώ και μάλιστα αυτό συνέβει με την ίδια του την γλωσσική υποστασιοποίηση.
Αυτή η ίδια η γλώσσα που δεν στέκεται ως ενότητα χωρίς την  ρηματική μορφή, πετσοκόβεται στο κατάντημα μιας ουσιαστικοποίησης, τόσο χαμηλά πέφτει ο κύριος Ζακ για να κρατήσει μεν την ενότητα του Λόγου και της γλώσσας χωρίς όμως να αναγκαστεί να άρει κάποια στιγμή, έστω για κάποια στιγμή, την υποκειμενικότητα εντός της, μιαν ειδικά ανθρώπινη υποκειμενικότητα.
Η ίδια η γλώσσα (το σημαίνον) υποστασιοποιείται ούτως ως μια εκδήλωση ενός διπόλου μεταξύ εγώ και ε-σύ, όπου αν και κυριαρχικό ρόλο επιτελεί το ε-σύ τούτο δεν είναι παρά ένα ε-σύ που εκπέμπεται από ένα εγώ, ένα εγώ ωστόσο που είναι περίκλειστο στην εκπομπή του ε-σύ.
Αυτή η σημαντική περίκλειση τού εγώ στο ε-σύ που εκπέμπει προς το υποδεχόμενον δεν είναι για να ξεπεραστεί όμως τόσο εύκολα, ας δώσουμε μια πρέπουσα σημασία στο γεγονός πως το υποσημαινόμενο και εμφανιζόμενο (από τον Λακάν) εγώ που εκπέμπει το ε-σύ δεν μπορεί εις την διακριτότητά του αυτή που μας απασχολεί παρά να είναι ένα εγώ που υπάρχει αποκλειστικά ως ένα εκπέμπον το ε-σύ.
Το ε-σύ δεν είναι λοιπόν μόνον ένα κυριαρχικό εγώ που προηγείται ως φωνολογική, γραμματική ή άλλη σημαίνουσα αρχή, ενόσω η ίδια η αρχή κρύπτεται μάλλον πίσω από την άμεση εκπομπή της εμφανιζόμενη ως ένα εκμπεμπόμενο ε ε-σύ!, αν και είναι όλα αυτά, αλλά είναι επίσης και αυτό το ίδιο το ε-σύ που περικλείει το εγώ ως εκπέμπουσα αρχή.
Η εκπέμπουσα αρχή προηγείται μεν αλλά πάντα εμπερικλείεται απόλυτα σε αυτό που εκπέμπει.
Ποιό είναι όμως το εγώ πίσω από όλα τα εγώ που συγκροτούν την αλυσίδα όλων των εγώ εκτός από ένα εγώ, πάλι εγώ και μόνον εγώ, αλλά που θα είχε ίσως αυτή την ικανότητα ή δυνατότητα;
Είμαι, είπεν ο Κύριος, όχι Εγώ.
Δεν το είπε ακριβώς έτσι, αλλά εδώ επικεντρώνουμε στο ρήμα-μη/ρήμα.
Θα περίμενε κάποιος ο κύριος Ζακ να χρησιμοποιήσει τούτο το παράδειγμα, και όντως αναφέρεται αμέσως μετά στα ρήματα μέσης διαθέσεως με μιαν κίνηση που θα το προσέγγιζε τούτο.
Θα μου πούνε πως ο Λακάν το ένα ο Λακάν το άλλο, κάπου αλλού, μπορεί και να το λέει αυτό, στο περίπου ή στο ακριβέστερον.
Αναφερόμαστε πάντοτε στο σημείο εκείνο όπου ο κύριος Ζακ παραμένει ένας παρθένος ιατρός ή ιατροκαλόγερος, όχι μόνο στο επάγγελμα αλλά όπως λέει και ο λαός (και) στη ψυχή. 
Και εκεί, σε ένα τέτοιο σημείο, είναι όπου δεν λέγεται τίποτα που να εμβάλλει ένα κάτι, το οποίο όχι απαραίτητα ως θεο-λογικό θα ήταν ωστόσο αναφερόμενο σε μιαν μη εγω-λογική διάσταση του σημαίνοντος.
Η αναφορά στα ρήματα μέσης διάθεσης, πέραν των ωραίων της, είναι αυτό που θα έλεγε κανείς οι προφάσεις εν αμαρτίαις του Καθολικού υποκειμενιστή για να θέσει πάλι μέσα στο σώμα του Κυρίου μια Μαντονολατρεία του σημαίνοντος εγώ, άσχετα αν η Μαντόνα αυτή, το σημαίνον ως Μαντόνα του σημαίνειν, λέει πάντα μόνον ένα ε-σύ και δεν ζητάει πέραν των δικαιωμάτων της ως παρθένας τίποτα άλλο από μια ερωτική υποταγή σε αυτό το ε-σύ, ως όμως ενός αμόλυντου από την ίδια την Αλλό-τητα εγω-εσύ, αμολύντου μολοντούτο γαμευθέντος εκ του (μεγάλου) Άλλου.
Η παρθενία και η αμόλυντη σύλληψη του Λόγου προϋποθέτει όμως πάντα μιαν βατικάνεια ένωση της παρθενομαριακής εγω-πάθειας προς ένα ε-σύ με την ίδια την υπόσταση και ουσία του Κυρίου, όπου Κύριος είναι μόνον και πάντα ο Λόγος.
Ο Κύριος και Λόγος μας, επιμολύνεται συνέχεια από ένα τέτοιο Καθολικό μαντονολατρικό παρθενομαριακό έκτρωμα, άρα και το παθείν τού σημαίνειν, το σημαίνεσθαι (και) ως δυνατότητα ανθρώπινης εσωτερικής υποδεκτικότητας τού Λόγου αίρεται συνέχεια με τον αποκλεισμό του παραδόξου του ρήματος, με αποκλεισμό του προβλήματος της ρηματικής μορφής.
Γιατί, ξέρει ο παρθενολάτρης ότι το ρήμα ως μια εμφάνιση της ενέργειας είναι ακριβώς το σημείον εκείνο που θα την εκδιώξει, και θα μας εισάγει στο πεδίο του πάθους του σημαίνειν, στο πεδίο εκείνο δηλαδή όπου ο Λόγος και ως λέγειν θα εδύνατο να παρουσιασθεί ως απρόσωπος και εν εαυτώ προνοιακός και ως έχων απόλυτο προορισμό χωρίς την οντολογική παρουσία μιας υποκειμενικής ενέργειας ή πράξης ή ενέργειας ως πράξης. 

Σε επόμενη δημοσίευσή μας θα εξετάσουμε το πρόβλημα ακόμα σχολαστικότερα, τσιτάροντας Ζακ, αλλά ίσως και διασκεδαστικότερα.
Μέχρι τότε βρείτε μόνοι σας, όσοι έχετε το βιβλίο του Ζακ για τις ψυχώσεις (σύνολο διαλέξεων), και ανατρέξτε μόνοι σας σε ό,τι αναφέρθηκα [κεφάλαιον ΚΒ']..






Ιωάννης Τζανάκος

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(5)



Σε μια ανάλυσή του, από τις σαφέστερες ως προς το ιατρικό και ορθολογικό ή ορθολογιστικό περιεχόμενό της, ο Ζ.Λακάν προσδιορίζει την ψύχωση (περίπου) ως μια μορφή αποτυχημένης συνύφανσης σημαίνοντος και σημαινόμενου, έχοντας όμως εξ' αρχής ξεκαθαρίσει ως προς το γενικό πεδίο τής έννοιας πως εξετάζει την σημασία που είναι το άλλο όνομα του σημαινομένου (αν και όχι κάτι ταυτόν βέβαια) ως μιαν μορφή ενέργειας τού σημαίνοντος.

Ας αστειευτούμε λίγο:
Νομίζω πως ο Πατήρ Λακάν με τούτη την πολλαπλώς διαστρωματωμένη θέση του, η οποία βεβαίως ως πολυδιαστρωματωμένη δεν περιορίζεται σε μερικές (μόνον) γραμμές, ικανοποιεί αρκετούς από τους υιούς του, αφήνοντας ίσως άλλους υιούς που ικανοποίησε αλλού άλλως σε μιαν μάλλον δυσάρεστη θέση, η οποία όμως με την σειρά της είναι μια υπόσχεσις δια ικανοποιήσεις σε άλλα σημεία του Λόγου του και βεβαίως, πάλι, άλλως. 
Το αν αυτές οι μελλοντικές προς τον Λόγο τού πατρός Λακάν άλλες και άλλως συντελεσθείσες ικανοποιήσεις σημαίνονται σε μιάν μάλλον αντιθετική φορά προς τον προαναφερόμενο Λόγο του, η οποία (ως αντιθετική φορά) χαρίζει άλλες απολαύσεις άλλως καθορισμένες από την απόλαυση που προέρχεται από την ομονοούσα φορά, τούτο είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν και μας εξιτάρει δεν θα μας απασχολήσει σήμερα.

Αλλά, ας επιστρέψουμε.
Το χάσμα σημαίνοντος σημαινόμενου, έχει σημανθεί, ως ψυχωτική ιδιότητα, στο θάψιμο που έκανε ο Ζακ στον μέγα φιλόσοφο (ως ψυχωτικίζοντα) Λ.Βίτγκενστάϊν.
Δεν θα αναφερθώ αναλυτικώς ούτε σε αυτό, σήμερα.
Θα θελήσω μόνον, εν συντομία, να εντοπίσω κάποιες διαστάσεις του θέματος κατά Λακάν, αλλά όχι μόνον, τής διάστασης ρήξης των δύο επιπέδων.
Η επαφή μεταξύ των δύο επιπέδων, είτε νοηθεί ως ερμηνευτική-εξηγητική είτε νοηθεί ως θεραπευτική, όπως τούτα (τα επίπεδα) έχουν ορισθεί γενικώς και αμετακλήτως-ως-γενικώς από τον Σοσσύρ (ή Σωσύρ) μπορεί να είναι ένας έμμεσος ή ντροπαλός σκοπός και του Λακάν, αλλά κατά την δική μας ερμηνευτική σε αυτόν έχει άλλο ενδότερο και ειδικότερο λόγο ύπαρξης που έχει να κάνει με την βαθύτερη αποκατάσταση τής σημασίας αλλά ως άρρητης ή υπόρητης ιδιότητας του σημαίνοντος-ως-σημαίνοντος, ήτοι του σημαίνοντος ως σχετικώς αλλά και αμετακλήτως αποκομμένου από το σημαινόμενον.
Εδώ, μετά από το τελικό ούτως ειπείν μπήξιμο ενός τέτοιου αντιλακανικού εγχειριδίου (θα είναι κατανοητότερο τι εννοούμε αν διαβάσετε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις μας), εδώ λοιπόν θα μπορούσα να προβώ σε εκτενέστερες αναλύσεις των αποτελεσμάτων του, αλλά δεν θα το κάνω.

 
Μιλάμε για την περίφημη (λακανικώς οριζόμενη ως) διαρραφή και δεν πρόκειται να μειώσω την ένταση τής επίθεσής μου με εκτενείς αναλύσεις.


Προχωρώ αμέσως στο επόμενο.


Ο Άλλος ως ο τόπος τής ομιλίας του υποκειμένου, κρατώντας όλες τις εκδοχές του, ο Άλλος λοιπόν ως ένα γενετικό ομιλιακόν πεδίο δεν είναι μόνον ένα (λακανικόν) πεδίο συγκρότησης του (όποιου) "εγώ" ή "εσύ", αλλά (είναι) και μέρος του σημαινόντος ως μυστικού ενεργού υποκειμένου.
Το υπερεγώ του σημαίνοντος, άσχετα αν είναι ενταγμένο στον ιεροποιημένο για τούς φροϋδιστές οιδιπόδειο προσδιορισμό - μη κολλάτε τώρα εκεί, είναι ένα υπερεγώ ως εγώ ή ενέργεια-ενεργείν.
Εμείς το λέμε και το ερμηνεύουμε ούτως, μαγκιά μας, έχετε αντίρρηση;
Αν είναι όμως όπως το λέμε, τότε πού πάει το Λογοϊκόν τού Λόγου;
Μπορεί ο κύριος Ζακ να κατατροπώνει ευκόλως τους χαζούληδες υπαρξιστές, ειδικά τους πιό χαζούληδες από τους χαζούληδες, αλλά και με αυτόν τον τρόπο κατατροπώσεως αλλά και με τον γλισχρό τρόπο που μεταφέρει την υποκειμενική ενέργεια εκεί ακριβώς που δηλώνει ότι την κατατροπώνει, δικαιώνει την φρικαλέα στερεοτυπική προεννόηση ότι ένας ιδεαλιστής ακόμα κι αν είναι αντικειμενικός ιδεαλιστής, ίσως ο αντικειμενικ-ότερος των αντικειμενικών (ιδεαλιστών)  δεν θα πάψει να είναι ένας υποκειμενιστής.

Ας αστειευτούμε πάλι, κάπως σοβαρότερα:
Ακόλουθος του Πάπα και Καθολικός σοφιστής και ειδωλολάτρης μαντονολάτρης, και εντάξει τύπος, λίγο δύσκολο.
Απλά είναι ευφυέστερος από περσοναλιστές υπαρξιστές χαζούληδες, περσοναλιστές ορθόδοξους χαζούληδες και τα λοιπά εύκολα για κατ-ανάλωση παπικών θηρίων.


Μιλήσαμε νομίζω συνοπτικότατα σήμερα, προς το παρόν, ποιός ξέρει για μετά...








Ιωάννης Τζανάκος

Sola Soli





Sola scriptura






Soli [<0>] gloria







Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(4)



Η είσοδος στην τάξη του σημαίνοντος δεν είναι μια συνολική έξοδος από την τάξη του φυσικού αλλά εμφανίζεται και λειτουργεί ως να είναι τούτο και ίσως κατά κάποιο τρόπο να είναι τούτο , αλλά το γεγονός ως γεγονός δύναται επίσης να προσδιορισθεί από τον εκάστοτε εισαγόμενο ή εισαχθέντα, άρα και μετέχοντα εις αυτή, με έναν έναν διαφορετικό τρόπο. 
Πράγμα εξάλλου εντόνως επισημανθέν (σ)την εποχή μας όπου η "προσωπική ετερότητα" κατά την συγκρότηση τής σχέσης με τον Λόγο (ή το λέγειν) είτε αφορά στην εισαγωγή στην τάξη του είτε την υπόλοιπη ζωή "εντός" του είναι η αγαπημένη κοινοτοπία διαφόρων (θεωρητικών, ιδεολογικών ή μη) υποκειμένων.
Δεν θα έπρεπε να αποδίδουμε μεγάλη σημασία σε αυτό καθαυτό γεγονός (αυτού του τύπου) τής "προσωπικής ετερότητας" αλλά αναγκαζόμαστε λόγω ίσως και της θλιπτικής παρουσίας αυτής τής γενικής κοινοτοπίας και μάλιστα (αναγκαζόμαστε να αναφερθούμε) λόγω της γλισχρής και αδιόρατης παντοδυναμίας της σε διαφορετικούς (μεταξύ τους) ιδεολογικούς, κοσμοθεωρητικούς κ.λπ "χώρους".
Είναι αναμφισβήτητο ότι υπάρχει εδώ, παρά το φαιδρόν τής υποθέσεως, ένα είδος δικαιώματος, κατακτημένου όπως το γενικό δικαίωμα ψήφου, το οποίο οφείλουμε να σεβαστούμε και να κατανοήσουμε, αλλά τούτος ο σεβασμός και περισσότερο η κατανόηση, δεν πρέπει από την άλλη μεριά να μας εμποδίζει να θέτουμε συνεχώς το άλλο, ουσιαστικότερο ερώτημα ή μάλλον την αρμαθιά των ερωτημάτων που συγκεντρώνονται στο εξής:
Γιατί αυτή η είσοδος και η μέθεξη των υποκειμένων στην τάξη του σημαίνοντος λαμβάνει έναν τόσο οδυνηρό και ασυνάρτητο χαρακτήρα;
Νομίζω πως οι (δομιστές, μεταδομιστές κ.λπ) κοινωνιολόγοι, ψυχαναλυτές (ειδικά οι τελευταίοι) μετά την λακανική ιστορική παρέμβαση (και όχι μόνον) έχουν πολλά να πούνε, ίσως να έχουν μισοανακαλύψει έναν τρόπο ερμηνείας και πηδαλιούχησης ενός τέτοιου συστημικού προβλήματος, και το κυριότερο κινούνται (ορθώς) τουλάχιστον σε αυτό, στο ότι δεν υποκύπτουν στον συνήθη τρόπο/δρόμο που περιστρέφεται γύρω από το ούτως εννοούμενο "δικαίωμα βιωματικής ψήφου" κατά την είσοδο και μέθεξη στον Λόγο ή τάξη του σημαίνοντος.
Αλλά, όπως έχουμε πει άπειρες φορές, ενοχλητικώς, ακόμη και τούτοι μάλλον έχουν υποχωρήσει όχι τόσο στην "ψευδοβιωματική" θεώρηση και θέση όσο στην εννόηση τής ίδιας τής τάξης του σημαίνοντος κυρίως ως μια εμπρόθετης υποκειμενικής ενέργειας.
Ο Λόγος ή το λέγειν, με αυτόν τον τρόπο, αν και δεν είναι ένα υπερ-κείμενο κάποιων ατομικών εσωτερικοτήτων που συναντώνται στο σημαίνον σημείο του έχοντας όμως ξεκινήσει από κάποια υπόσταση, αν και δεν είναι λοιπόν μια υπόσταση με την υποτιμητική έννοια που της προσέδιδε ο Χέγκελ, παραμένει ένας Λόγος με υποστασιακές πτυχώσεις, αφού παραμένει ωστόσο ένας Λόγος ενεργειών και εμπρόθετων βλέψεων ακόμα κι όταν αναλύεται ή "μετα-βιώνεται" ως ένα σύστημα σημειακών σημαινόντων χωρίς άμεση ή ακόμα και έμμεση αναφορικότητα προς το αντικειμενικό πεδίο (των πραγμάτων).
Το κατώφλι τής σημειακότητας είναι ούτως αξεπέραστο για τον Λόγο ως ομιλείν, ένα όριο όπου υπάρχει σύγχυση και μετάβαση προς μιαν αναφορικότητα, λες και η αντικειμενικοειδής αλλοτριωτική αναφορικότητα δεν είναι ακριβώς απορρέουσα από την σημασία όταν αυτή "απαρνείται" την ανάγκη τής σημειακότητας ως σημειακότητας, ως σημείου.
Το υποκείμενο, όπως μας το λέει και ο Λακάν, προσλαμβάνει την γλώσσα ολόκληρη και όχι κομμάτι κομμάτι, ακόμα κι όταν στην χρονική διαδοχή και αλληλουχία μπορούμε να διακρίνουμε μερικότητες και διαδοχικές προσλήψεις.
Αλλά ό,τι είναι προσλαμβανόμενο ως ένα σύνολον, ας μη πούμε ως μια ολότητα, δεν μπορει παρά να έχει μιαν αντίστοιχη οντότητα με το προσλαμβάνον, δεν μπορεί παρά να υπάρχει δηλαδή μια σχετική και πάντα ασύμμετρη ομοιότητα ως προς την καθολικότητα των συσχετιζόμενων οντοτήτων (γλώσσας και υποκειμένου).
Το πρόβλημα σε μια τέτοια διόδευση του προβλήματος έγκειται στο τι σήμαινε και ίσως ακόμα σημαίνει ως εγχείρημα ερμηνείας. 
Υπάρχει ένα είδος (σεβαστής) γλωσσολογίας που ανακαλύπτει προϋπάρχουσες (βιολογικές) δομές υποδοχής της γλωσσικότητας ή γλώσσας, αλλά και άλλες μη σεβαστές πια νεομεταφυσικές περί την ανάδυση τής γλώσσας ως ανάδυσης του Είναι κάποιου όντος που αν και δεν προϋπάρχει μάλλον προϋπάρχει κ.λπ
Αυτό που μένει εκτός θεωρητικού νυμφώνος σε τέτοιες εποπτείες είναι το ίδιο το γεγονός τής τερατώδους και υπέρμετρης οντότητας του σημαίνοντος σε σχέση με το υποτίθεται έτοιμο να το υποδεχτεί υποκείμενο.
Αυτή την ανισότητα και αυτό το ενοχλητικό παράδοξο και τερατώδες είναι κάτι που ο Λακάν το εντόπισε και το ανέδειξε μάλλον πολύ καλά, μπορώ να πω πως με έχει πείσει ότι το έχει καλοκαταλάβει στις συγκεκριμένες του υποστασιοποιήσεις ακριβώς μάλιστα γιατί παραμένει ταγμένος στην υπόθεση της συνέχισης τής σχέσης μας με το τερατώδες του σημαίνοντος παρά το τερατώδες του.
Το ζήτημα βρίσκεται ίσως σε μιαν αντίθετη κατεύθυνση ή φορά, κατά την εξέταση τής ίδιας της υφής του σημαίνοντος ως παραμένοντος στην αποκοπή του από το σημαινόμενον, το πράγμα-πράγμα (με την κοινότοπη έννοια του όρου). 
Δεν βρίσκεται βέβαια στην επιστροφή σε μιαν λυτρωτική αναφορικότητα προς αυτό το πράγμα, όχι γιατί τούτη δεν είναι ενίοτε λυτρωτική, όπως λόγου χάριν ένας χασαποειδής μαρξισμός καλός για κρυόλουτρα εντός του καπιταλιστικού παγετώνα, αλλά γιατί δεν εξηγείται έτσι τίποτα, επιστρέφουμε σε ένα μηδέν το οποίο δεν μπορεί να γίνει εκκίνηση ή επανεκκίνηση.
Το ερώτημα είναι το λέγειν ως Λόγος και ο Λόγος ως λέγειν εντός μιας δαιδαλώδους διαλεκτικής, ρητορικής και (εν συνόλω) γλωσσικής δομής, όπου εμπλέκονται όμως όλοι οι άνθρωποι ως νομιζόμενα εμπρόθετα υποκείμενα, όλοι οι άνθρωποι.
Βλέπουμε πως ακόμα και η χρήση όλων των τεχνασμάτων ή νέων γνώσεων "αποστασιοποίησης" από την δογματική ή φενακιστική χρήση του Λόγου, η ψυχοκριτική, η παιγνιώδης ζώσα κριτική ή ζώσα αυτοκριτική τού λέγειν μπορεί ανετότατα να καταλήξει, όπως και κατέληξε, σε μια νέα νοηματοδοσία και σε ένα νέο δόγμα το οποίο αν και μη θεωρητικόν και ιδεολογικόν τελικά μετατρέπεται/μετατράπηκε και αυτό σε μιαν ιδεολογία της αυτοαναφορικότητας.
Είναι σαν να είναι μοίρα του Λόγου να καταντά, ναι, να καταντά μια ιδεολογία ενός όχλου εκλαϊκευτών και ιδεολόγων που αρέσκονται όχι στις ιδεολογικές πολεμικές και την ευφάνταστη ρητορική πολεμική αλλά σε έναν λεκτικό αυνανισμό που αν και συντελείται σε ομαδική θέα δεν παύει να είναι αυνανισμός. 
Και ο αυνανισμός μέσα στην ζωή είναι, δε λέω, αλλά υπάρχει πρόβλημα κατάταξης της δραστηριότητος τούτης, εφόσον όταν συντελείται πρέπει όπως και να το κάνουμε να υπάρχει επίγνωσή της ως είναι.
Εν πάση περιπτώσει, πέραν των αναγκών αυτοϊκανοποίησης, το ζήτημα παραμένει ως ζήτημα νομίζω περιορισμού, μου κάνει δε μεγάλη εντύπωση που αντί να αποζητείται ο περιορισμός του Λόγου ως λέγειν, όχι σε όγκο αλλά σε ποιοτικές ποικιλομορφίες, η λύση αναζητείται στο αντίθετο, σε μιαν ολοένα επεκτεινόμενη πολυμορφία, και αυτό δεν αφορά μόνον στην επιστήμη ή την θεωρία αλλά και στην ίδια την καθημερινή ζωή. 
Ο Λόγος δεν είναι ελευθερία, πάντως όχι μια τέτοια ελευθερία, και θα ήταν πραγματικά σωτήριο για πολλούς να κατανοούσαν ότι αν μετείχαν σε κάποια υποβλητική επαναληπτικότητα απαράλλακτων γλωσσικονοητικών μορφών όπου η δική τους δημιουργική μέθεξη θα περιορίζονταν σε ένα γράμμα ή σε μια υποσημείωση ή σε μιαν ανάσα ακόμα, θα ήταν περισσότερο "ελεύθεροι" από' τι είναι επιδιώκοντας να είναι διακριτά υποκείμενα εντός του.
Βέβαια, εδώ πιάνουμε ακόμα και πραγματικά τέρατα του Λόγου όπως ο Λακάν και θέλουμε να ανακαλύψουμε τέτοια πράγματα, φανταστείτε τι θα ανακαλύπταμε σε άλλους, ίσως και στον εαυτό μας, όταν βλέπαμε πως κινούμαστε στην στάσιμη θάλασσα του βερμπαλισμού όχι μόνον, όπως λέει ο Λακάν ο ίδιος, επειδή επιθυμήσαμε να δώσουμε νόημα υπέρ του σημαινόμενου αλλά πλέον και για τον αντίθετο λόγο, γιατί επιθυμήσαμε να δώσουμε νόημα ή απλά βάρος και στο σημαίνον ως σημαίνον.
Γιατί, αν δεν υπάρξει μια νέα λήθη μέσα στο ον της ομιλίας, πείτε μου, αν δεν υπάρξει μια πραγματική και μαστόρικη ανωνυμία που δεν είναι ανωνυμία με τα μάτια σε κάποια οθόνη ή του θεάματος ή του θεάματος του αντιθεάματος, τότε πως θα υπάρξει ένας λόγος που θα είναι Λόγος; 






Ιωάννης Τζανάκος
  

Σρεμπεριανόν (παλαβο)ερώτημα..


Στο σρεμπεριανόν (παλαβο)ερώτημα για το τι θα ήταν πιθανότερο να συμβεί: 
Θα ακούσει μια φωνή; 
ή 
Θα δει ένα αυτί;
Η λογικότερη (λέμε τώρα!) απάντηση είναι:
Να δει ένα αυτί.
Αλλά ημείς (πάλι, λέμε τώρα!) ως αυθεντικοί αναυθεντικοί φιλόσοφοι επιθυμούμε και πρέπει να επιθυμούμε, αλλά και θα επιθυμούμε πάντα: 
Να ακούσει η φωνή..
 
 
 
Ιωάννης Τζανάκος

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(3)


Η ανάδυση της τάξης του σημαίνοντος ως εσωτερικής σημαινότητας, δηλ. τής τάξης τού σημαίνοντος ως να ήταν/είναι σε οντική διάκριση προς την αναφορική/σημασιακή λειτουργία του λέγειν, δημιουργεί μιαν διαλεκτική εικόνα τής ίδιας τής τάξης τού σημαίνοντος, η οποία φέρει "εντός" της (ως εικόνα) το ούτως εμφανιζόμενο σημαίνον ως σημείον.
Το αμιγώς αυτοσημαινόμενον της τάξης τού σημαίνοντος ως διακρινόμενης-τής-αναφορικής-λειτουργίας τού λέγειν εμφαίνεται στην ίδια την διαλεκτική λειτουργία της σήμανσης εντός τού σημαίνοντος (τής τάξης τού σημαίνοντος σε διάκριση προς την πραγματική ή υποτιθέμενη "εξωτερική" αναφορικότητά του) κατά την διάκρισή του σε πάθος και ενέργημα, εφόσον είτε ως σημαίνειν είτε ως σημαίνεσθαι το σημαίνον παραμένει αμιγές από κάθε εξωτερική αναφορά.
Όμως, τούτη η μετατροπή του εσωτερικού ούτως ειπείν (και αφαιρετικώς ειπείν) σημαίνοντος ολοκληρώνεται και ως προς την εσωτερικοποίησή της αλλά και ως προς την αποκάθαρσή της από κάθε εξωτερικο-αναφορισιακή λειτουργία όταν το διαλεκτικό δίπολο μεταξύ ενεργείν και παθείν εντός αυτού του ειδικά αφαιρετικοποιημένου-ως εσωτερικού σημαίνοντος σχηματίζεται ως δίπολο υπό την κυριαρχία του παθείν (του).
Όταν δηλαδή το παθείν (τούτου) τού (εσωτερικού) σημαίνοντος είναι τούτο που προσδιορίζει-καθορίζει το ενεργείν του, τότε δεν υπάρχει κανένας εξωτερικός αναφορικός (ή αναφορισιακός) λειτουργικός προσδιορισμός-καθορισμός του, και αυτό συμβαίνει διότι το παθείν αν και δύναται να περιέξει και ενεργητικούς προσδιορισμούς-καθορισμούς δύναται επίσης να μην τους περιέξει.
Το ενεργείν δεν δύναται να μην περιέξει το παθείν, ενώ το παθείν δύναται να μην περιέξει το ενεργείν.
Το ασυνείδητο δεν έχει αντιφάσεις, αλλά (κατά την άποψή μας πάντα) μόνον αν ως δομή του σημαίνοντος η οποία έχει εντός της τόσο το σημαίνειν όσο και το σημαίνεσθαι έχει ως δεσπόζουσα πολικότητά του το παθείν, ήτοι το σημαίνεσθαι, εφόσον μόνον τούτο (το παθείν-σημαίνεσθαι) δύναται, συμφώνως προς τα προηγούμενα, ως τάξη του σημαίνοντος, να σημαίνει την απόλυτη μετωνυμία, μιαν μετωνυμία χωρίς ούτε ένα στοιχείο ενεργητικής άρα μεταφοροειδούς δυνητικότητας.
Τι άλλο όμως από σημείον μπορεί να είναι ένα λογικό ή γλωσσικό στοιχείο ως έχον τέτοιες ιδιότητες; και μάλιστα τι άλλο από ένα αμιγές σημείον, το οποίο ωσαύτως μας διοδεύει σε μιαν έννοια ακόμα ακόμα και μιας ενέργειας ενός αμιγώς σημαίνειν;
Ένα δια του απολύτως παθείν-σημαίνεσθαι αμιγές σημείον που εκπέμπει ένα αμιγές σημαίνειν.


(συνεχίζεται) 







Ιωάννης Τζανάκος 

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(2)



Όταν εξετάσαμε την αρχική διαμεσολάβηση τού γλωσσικού φαινομένου ή συστήματος διαμορφώσαμε νοητικά την αφαιρετική διάκριση μεταξύ (τής) εσωτερικής σημαινότητας και (τής) αναφορικής (ή σημασιακής) λειτουργίας προσδιορίζοντας το αρχικά εμφανιζόμενον στην διαλεκτική διείσδυση ως το στοιχείο του σημαίνεσθαι.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ήδη από την αρχή-αρχή του προσδιορισμού μας, πως εντός αυτής τής εσωτερικής σημαινότητας το σημαίνειν και το σημαίνεσθαι υπάρχουν αν και εννοιακά αλληλοπροσδιοριζόμενα ως ισοδύναμα ποιοτικά στοιχεία προσδιορισμού.
Ούτως, θα ήταν δυνατόν στο εσωτερικό αυτού του θεωρούμενου ως (σχετικά) κλειστού υποσυστήματος, όπως είναι η γλώσσα, να διενεργούνται "εξ'αρχής" (νοούμενες και συμβαίνουσες) σημάνσεις τόσο από την "έποψη" ή πτυχή τού σημαίνειν όσο και από την "έποψη" ή πτυχή τού σημαίνεσθαι, όπου μάλιστα θα ήταν δυνατόν να νοηθεί η μεταξύ τους συσχέτιση ως αφορώσα έναν βαθύτερο ούτως ειπείν αλληλοκαθορισμό.
Επιλέξαμε ωστόσο να αφαιρέσουμε από τον εκκινη(μα)τικό (αυτο-)προσδιορισμό τής εσωτερικής σημαινότητας την αρχική ταυτότητα ενεργητικής και παθητικής σήμανσης, χωρίς ωστόσο να την αποκλείσουμε στην πορεία ως διαλεκτικό "καθήκον" που πραγματώνεται (και πραγματώθηκε εν μέρει, από εμάς, δια τής αμέσως ακολουθούσας σήμανσης του σημαίνεσθαι ως "ωστόσο" αμιγούς σημαίνειν-σημείου), διότι σκοπός μας είναι να εννοήσουμε την σημαινότητα τούτη και ως μιαν ριζική άρση τής ίδιας τής σήμανσης και τής σημαινότητας εν γένει ως ενεργητικών εμπρόθετων ενεργειών.
Η ίδια η υπόσταση τής σημαινότητας αν ιδωθεί από την σκοπιά τής ζωής της δεν υπερβαίνει απλά την τυπικά έλλογη και ενίοτε "μεταφοροειδή" επιφάνειά της αλλά και κάθε τύπο μετωνυμικής λειτουργίας αν τούτος εννοηθεί αν και σε ένα μη ενεργητικό πλαίσιο αναφοράς (ως) διατηρών ωστόσο έναν βαθμό ενέργειας και αντανακλούσας προσδιοριστικότητας.
Φανταστείτε εντός ενός σημαίνοντος να υπάρχει μεν ένα είδος αποκλεισμού του σημαίνειν (αναφορικά) το (εξωτερικόν τής γλώσσας) ον ή πράγμα, αλλά παρά ταύτα να διατηρείται εμμέσως ένας βαθμός ενέργειας που δίνει ούτως ξανά ζωή στην αναφορική λειτουργία, εντός πλέον των τειχών τής υποτιθέμενης μη αναφορικής, άρα και μη μεταφορικής σκέψης ή μάλλον γλώσσας που συγκροτείται και ερμηνεύεται άρα υπό τον γενικό όρο μιας (εσωτερικοποιημένης, και έμμεσα ενεργητικής) μετωνυμικότητας.
[Λακάν είπατε;]
Αυτό επιθυμούμε να αποφύγουμε.
Κατά την δική μας ερμηνευτική οπτική υπάρχει ένα σημειακό υπόβαθρο συμπλοκής των νοητικογλωσσικών δομών και λειτουργιών, το οποίο αν και μη τυπικά έλλογο ή μεταφοροειδές, αλλά ούτε και ενεργητικά μετωνυμικό, περιέχει και την μετωνυμία και έναν Λόγο ή ένα έλλογο, χωρίς πάλι να κείται υποχρεωτικά ή αποκλειστικά εκτός του φάσματος του ασυνειδήτου.
Η χρήση άρα τής παθητικής φωνής ως εκκινηματικού προσδιορισμού δεν είναι τυχαία, αν και βέβαια δεν θα πρέπει να παραμείνει άλλο από όσο χρειάζεται για να ερευνηθούν και να "ελευθερωθούν" τα εξεταζόμενα πράγματα τής έρευνας.

(συνεχίζεται)

Ιωάννης Τζανάκος

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(1)



Οι αλυσίδες τού σημαίνοντος είναι αλυσωμένες στην μεγάλη μετωνυμία τής γλωσσικότητας ως-προς την σημασία ως αντιπρόσωπο μιας δεικνυόμενης πραγματικής πραγματικότητας, συνήθως μιας  χιμαιρικής  πραγματικότητας, η οποία (σημασία) με την σειρά της όπως παρουσιάζεται ως σχεδόν πάντα χιμαιρική είναι αλυσωμένη στις αλυσώσεις που συγκροτούν οι αλυσίδες τού σημαίνοντος, και έτσι πάει ως να σταθούμε στις πιθανές σημειακές κεντροποιήσεις που φανερώνουν το γεγονός του λέγειν εντός των ίδιων των αλυσώσεων και όχι εντός τής αναφοράς τους ή κατάληξής τους στην σημασία.

Ήδη, πριν ακόμα φανερωθεί η χιμαιρικότητα τής αναφοράς, έχουμε μια αποκοπή από την ενότητα του λέγειν όπως μας παρουσιάζεται ως αδιαμεσολάβητο πράγμα, το αναφορικόν τού λέγειν δεν είναι ουσιαστικά μέρος του λέγειν, θα έλεγε κανείς πως είναι ένας αντιπρόσωπος ενός τινός όντος έξω από την γλώσσα, αλλά με την έννοια που έχει τούτο το ον ως ένα γενικό και αφηρημένο, άρα απροσδιόριστο ον, που είναι να προσδιορισθεί.

Η γλώσσα ως ενότητα λέγειν και αναφοράς αποκρύπτει αρχικά την ουσία τής που είναι το λέγειν ως σημαίνουσα εσωτερικότητα, ως το σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν σε διάκριση προς το σημαίνειν κάτι, και έτσι το σημαίνειν είναι από τη σκοπιά τής πρώτης και αμεσότερης υπέρβασης αυτής τής απόκρυψης ένα αποκομμένο σημείον τού λόγου που εξακοντίζεται χωρίς άμεση αναφορικότητα σε κάτι εξωτερικό αυτού (του λόγου-λέγειν), το οποίο όμως είναι να προσδιοριστεί ως ενικό ατομικό ον.
Αλλά όμως ούτως, σε μια μεταγενέστερη εννόηση, το λέγειν ως το σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν μας παρουσιάζεται ως ένα αμιγέστερο και σημείον και σημαίνειν από εκείνο τού σημείου που προσδιορίσαμε αρχικώς ως αποκομμένο σημείον. 
Γιατί όμως;
Το σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν δεν έχει καμία μείξη με κάτι εκτός αυτού, και άρα συγκροτείται ως σημαίνεσθαι ως μια (ανασυγκροτημένη διαλεκτικά και) τροποποιημένη από την αρχική αδιαμεσολάβητη έννοια τής ενότητας σημαίνειν και σημαίνεσθαι αλλά και από την άμεση μορφή τής (πρώτης, διαλεκτικής) υπέρβασης αυτής (τής αδιαμεσολάβητης ενότητας), εφόσον με την δεύτερη (υπερβατολογική-διαλεκτική) διαμεσολάβηση της διαλεκτικής αποκοπής που εμφανίζουμε "τώρα" το σημαίνεσθαι ενός σημείου εντός του λέγειν σημαίνεται μεν από ένα σημαίνειν αλλά και τούτο (το επιτελόν τον ρόλο του σημαίνειν εντός τής σημαίνουσας εσωτερικότητας) είναι πάντα ταυτά ένα σημαίνεσθαι από το ίδιο το σύστοιχο "γλωσσικό" αντικείμενο που σημαίνει.

Η γλώσσα ως διαλεκτική οντότητα, ως ανασυγκροτημένη-από-την-διαλεκτική παρουσία, είναι ένα κλειστό υποσύστημα που προσομοιάζει ή προσιδιάζει προσομοιωτικώς σε ένα κλειστό βιολογικό υποσύστημα.

Η ενότητα σημαίνεσθαι και σημαίνειν μπορεί να γίνει κατανοητή εάν κανείς δεχτεί αρχικά την διάκριση μεταξύ (τού) σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν και (τού) σημαίνειν ως αποκοπή-προς-το-πράγμα, αν δηλαδή ορθώσει μιαν εσωτερικότητα του σημαίνειν με τον μοναδικό τρόπο που είναι τούτη αρχικά ορατή από την νοήση > δια του διαχωρισμού σημαίνουσας εσωτερικότητας και αναφορικής λειτουργίας, αν και είναι (όχι και τόσο εύκολα) προφανές πως τούτη η αποκοπή δεν εξαντλεί ούτε το θέμα τής αναφορικότητας ούτε το ομόλογο με την λειτουργία αυτή θέμα της σημασίας.


Σε επόμενη δημοσίευσή μας θα εξετάσουμε το ζήτημα τής εσωτερικότητας της σημαινότητας σε συνάφεια προς την σημειακότητά της, σε συνύφανση και συνάφεια δηλαδή προς την παραγωγή της ως σημείου, ως ενός όντος που παραμένει στην εσωτερικότητα αιρόμενο διαρκώς ως προς αυτήν, ούτως ώστε να δούμε τις δυνατότητες εννόησης της σημασίας και του σημείου σε ένα ευρύτερο αναγωγιστικό αλλά όχι αναφορικό πλαίσιο.




Ιωάννης Τζανάκος 

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..