Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Προαναγγελία / Hegel και γίγνεσθαι / Ενδιάμεση σημείωση (5)



Αύριο τα μεσάνυχτα θα δημοσιεύσουμε εορταστικώς το καταληκτικό κείμενο της δεύτερης σειράς ερμηνειών μας πάνω στην έναρξη της Ε.τ.Λ του Hegel και θα εισαχθούμε στην τρίτη σειρά που θα έχει να κάνει με την ένωση των μεταστοχασμών μας με το καθαυτό κείμενο όπως το έχουμε εξετάσει μέχρι τώρα. 
Λόγω της εορταστικότητας θα υπάρχουν αρκετές εμβόλιμες σκέψεις για την κατάντια της χώρας και των αριστεροδεξιών ιδεών της αστικής εξουσίας που την ψευτοδιαφεντεύει.
Ας προχωρήσουμε λίγο ακόμα με κάποιες ενδιάμεσες παρατηρήσεις επί των παρατηρήσεων του φιλοσόφου όπως τις έχουμε παρουσιάσει και ερμηνεύσει.




Υπάρχει μιά ερμηνευτική απόφαση που πρέπει να λάβουμε σε σχέση με τις θεμελιακές γνωσιο-οντολογικές θεμελιώσεις του ίδιου του Hegel στην Ε.τ.Λ
Είναι ανάγκη για εμάς τους ταπεινούς να ενώσουμε τις έννοιες-κατηγορήσεις (εννόησης και κατηγόρησης) του θεμελιακού γνωσιο-φαινομενολογικού (υπο-)συστήματος-γίγνεσθαι(1) [όπως ορίζεται ως αρχικό-Είναι(1-α)/Μηδέν] με το όλον του εγελιανού συστήματος που "συνεχίζεται" μετά το σύστημα-γίγνεσθαι(1) με "έναρξη" αυτής της συνέχειας το καθορισμένο-Είναι(1-β). 
Υπάρχουν για μας δυο επιλογές (εκτός από τις πολλές άλλες) που έχουν σημασία:
1) Η μια είναι να δεχτούμε την σημασία των ανασκοπικών και θεωρησιακών κρίσεων, ήτοι την κεντρικότητα της θεωρητικής-θεωρησιακής διαμεσολάβησης ως συγκροτούσας τον πυρήνα του συστήματος, με διατήρηση ωστόσο της, σχετικής έστω, μη καθορισιακότητας του αρχικού "φαινομενολογικού" συστήματος-γίγνεσθαι(1). 
Αυτό θα διατηρούσε τον τεμαχισμό της γνωσιακής πράξης απο την οντολογική ουσία της και την εξάρτηση της Αρχής της άρνησης από την αρνητικo-θετική καθορισιακότητα τού γενικότερου εγελιανού συστήματος όπως εκτυλίσσεται κυρίως μετά το (αρχικό) σύστημα-γίγνεσθαι(1), παρά το γεγονός πως η ερμηνεία δύναται  ακόμα και έτσι να ανακαλύπτει την υπόρρητη παρουσία εντός του (αρχικού) συστήματος-γίγνεσθαι(1) τόσο της καθορισιακής δύναμης ως διαμεσολαβητικής θετικότητας όσο και της Αρχής της άρνησης.
2) Η άλλη (επιλογή), την οποία προτιμούμε είναι να αρνηθούμε τον τεμαχισμό του συστήματος σε αρχική φαινομενοποιητική πράξη και "μεταγενέστερη" (αν και πρότερη Λογικά) θεωρησιακά μορφοποιημένη πράξη.
Η μόνη κρίση ("κρίνειν") που έχει για μας "υπόσταση" ακόμα και σήμερα είναι η καθοριστική (προσδιοριστική) κρίση, και το μόνον επίσης --αναλογικά προς το όλον του κοινωνικού και οντολογικού συστήματος και όχι μόνον του εγελιανού-- που έχει γνωσιο-οντολογική και γνωσιολογική "ουσία" είναι ο καθορισμός ("καθορίζειν").
Αυτό καταρχάς σε ένα γενεαλογικό πλαίσιο σημαίνει πως επίσης θα αρνηθούμε την κεντρική σημασία όλων των άλλων από την Κριτική του Καθαρού Λόγου Κριτικών του Kant, όπως έχουν δομηθεί ως μορφές βέβαια και όχι απολύτως (με την κοινότοπη έννοια του όρου "απόλυτο").
Εντός του οικοδομήματος της ίδιας της ερμηνευτικής ανακατασκευής του εγελιανού συστήματος θα έχει τις εξής συνέπειες:
Ανατιμάται η σημασία του καθορισμού του Γίγνεσθαι αλλά σε ένα φαινομενολογικό (υλιστικό ή μη) πλαίσιο εφόσον η σχέση του γενικού συστήματος του Γίγνεσθαι με το (υπο-)σύστημα Γίγνεσθαι(1) αλλά και το μετέπειτα εκτεθέν (απο τον φιλόσοφο) σύστημα (που απαρτίζεται από πολλά άλλα υπο-συστήματα με τα οποία θα σας βασανίσω μαζί με τον φιλόσοφο το 2016) είναι ουσιακά μηδενιστική ["αποδομητική"] αν και ενιαία ή ενοποιητική.
Αυτή η θραυσματική αν και συστημική ενότητα-ενοποίηση έχει όπως θα καταλάβατε ως στοιχείο της ενεργητικής της ενότητας το Μηδέν-Τίποτα όπως το έχουμε περιγράψει σχηματικά στις προηγούμενες δημοσιεύσεις μας, αλλά επίσης περιέχει και ένα άλλο θεμελιακό συγκροτητικό στοιχείο:
Διατηρείται (και δια του μηδενοποιείν) η διαφοροποίηση των δύο συγκροτητικών πράξεων του Γίγνεσθαι-Είναι, ήτοι παραμένει η διαίρεση του "μεγάλου" Γίγνεσθαι-Είναι-Μηδέν-Εν σε δύο θεμελιακές οντικές περιοχές: την περιοχή του γνωσιο-φαινομενοποιητικού όντος (αρχικό-Είναι/Μηδέν)[που θα έχει από εμάς --και όχι από τον Hegel (ρητώς τουλάχιστον)-- και αυτό καθορισιακό χαρακτήρα] και την περιοχή του τυπικά/εγελιανά καθορισμένου-Είναι (όπως εμπεριέχει και όλο το υποτιθέμενο θεωρησιακό στοιχείο), με εκρεμμή την υπόθεση για την ειδική υπόσταση του ίδιου του Εν-ός ως ξεχωριστής τρίτης περιοχής. 
Η γενική διαμεσολαβητική ουσία της συγκρότησης και των δύο περιοχών του Γίγνεσθαι-Είναι δεν αίρει την παρουσία της φαινομενικής οντότητας, άρα και της δεδομενικής άρα μη τεθειμένης ουσίας του κόσμου αρκεί να είναι δυνατή μια διαμεσολάβηση της τελευταίας είτε ως δημιουργημένης είτε ως μη-δημιουργημένης.




Ι.Τζανάκος 
  

Hegel και γίγνεσθαι / Ενδιάμεση σημείωση (4)


Στον Hegel δεν υπάρχει μόνον ένα Είναι και ένα Γίγνεσθαι, αλλά τουλάχιστον δύο(2) Είναι και Γίγνεσθαι που με την σειρά τους υποδιαιρούνται (όχι απαραιτήτως "οργανικά") ή διχοτομούνται και αυτά:
Το πρώτο Είναι (1) απαρτίζεται από το δύο εξής "μέρη": το αρχικό Είναι(1-α) και το καθορισμένο-Είναι(1-β), τα οποία βρίσκονται σε λειτουργική και οντολογική απόσταση και διάσταση μεταξύ τους, άρα δεν είναι τυπικώς "μέρη" μιας ολικής έννοιας, εφόσον το αρχικό Είναι(1-α) είναι μέρος του πρώτου Γίγνεσθαι(1) χωρίς να έχει ακόμα αρθεί σε καθορισμένο Είναι(1-β).
Βρισκόμαστε εδώ ερμηνευτικά ακόμα στο πρώτο Είναι(1) και μάλιστα σε μια υποδιαίρεσή του [αρχικό(καθαρό)-Είναι] και στο πρώτο Γίγνεσθαι(1). 
Επίσης:
Ούτε το γίγνεσθαι(1) της εναρκτικής γνωσιακής φαινομενικότητας ούτε τα σημεία που το απαρτίζουν (αρχικό-Είναι/Μηδέν) συνιστούν κατά τον Hegel αυθύπαρκτες οντότητες.
Το γίγνεσθαι(1) ωστόσο περιέχεται στον καθορισμό της (γνωσιακής) διαμεσολάβησης:
είναι το ίδιο διαμεσολάβηση των σημείων του και (είναι) επίσης (γνωσιακό) αντικείμενο μιας ελευσόμενης (γνωσιακής) διαμεσολάβησης από το δεύτερο "μέρος" του Είναι, δηλαδή από το καθορισμένο-Είναι(1-β), που είναι το δεύτερο ανεπτυγμένο "μέρος" του πρώτου Είναι [το οποίο, επαναλαμβάνουμε, ως πρώτο Είναι(1) απαρτίζεται από το αρχικό-Είναι(1-α) και το καθορισμένο-Είναι(1-β)=ποιοτικός καθορισμός του Είναι, που ξεκινάει ωστόσο με τον αφηρημένο καθορισμό του Κάτι --Etwas].
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ξανά με έντονο τρόπο πως ενώ το αρχικό-Είναι(1-α) είναι μέρος με "οργανικό" τρόπο τού πρώτου Γίγνεσθαι(1) είναι ωστόσο "μέρος" του "εαυτού" του ως πρώτου Είναι [που απαρτίζεται από αυτό (1-α) και το δεύτερο μέρος (1-β) --το καθορισμένο-Είναι] με μη-οργανικό τρόπο, βρίσκεται δηλαδή σε εμφανή λειτουργική απόσταση και διάσταση προς το άλλο "μέρος" (δηλαδή με το 1-β)
Το εναρκτικό γνωσιακό στοιχείο του γίγνεσθαι κατά τον Hegel, δηλαδή το γίγνεσθαι(1), απαρτίζεται από το σημείο: αρχικό(καθαρό)-Είναι [πρώτο Είναι(1) και ταυτόχρονα μόνον (ως) πρώτο μέρος(α) (τίθεται ως μέρος) του πρώτου Είναι(1)] και το σημείο: αρχικό(καθαρό)-Μηδέν.

Με τις υγείες σας..

Όπως καταλάβατε ο Hegel είναι ΝΑΟΣ και όχι μπαράκι..




Ι.Τζανάκος

Hegel και γίγνεσθαι / Ενδιάμεση σημείωση (3)



Η γενική έννοια της σχέσης, η ούτως ειπείν σχεσιακότητα, δεν είναι καν ένα ασθενές ομόλογο σχήμα της ίδιας ως αφηρημένης έννοιας ή αφηρημένου νοήματος.
Η σχεσιακή δομή συλλαμβάνεται νοητικά ως αφηρημένη οντότητα εάν στην ίδια την έναρξη ή ίδρυση της εννοιολόγησής της υπάρχουν ως εντασσόμενα "εσωτερικά" στοιχεία οι έννοιες-καταστάσεις της διαμεσολάβησης/αμεσότητας, της άρνησης και της φαινομενικότητας. 
Δεν αποκλείω βέβαια με αυτό τον πρώτο "συνθετικό" καθορισμό της αφαιρετικής έννοιας της σχέσης την ειδική αυτονομία και την ειδική (και πιθανή) καθοριστικότητα (της έννοιας) του πεδίου τής αρχικής φαινομενικότητας, ή του θεμελιακού (υπο-)συστήματος αρχικό (καθαρό)Είναι/Μηδέν στην ίδια την συγκρότηση της αφηρημένης έννοιας της σχέσης  --όπως το ορίζει ο Hegel στην έναρξη της Ε.τ.Λ και ίσως όπως το έχουμε ερμηνεύσει στην σειρά των δημοσιεύσεών μας.
Με το τελευταίο εννοώ πως το ζήτημα της (όποιας) μη-διαμεσολαβημένης (ή μη-διαμεσολαβητικής) δομής της αρχικής φαινομενικότητας (αρχικό-Είναι/Μηδέν) (ή εντός αυτής) δεν είναι αυτοδικαίως εντασσόμενον εις τον αρχικό ορισμό μας τής αρχικής γνωσιο-οντολογικής σχηματοποίησης που σημαίνει την γενική ισχύ των όρων της και εις το πεδίο της αρχικής φαινομενικότητας, όπως (αυτό) δεν το πράττει (ολοκληρωμένα) ούτε ο Hegel ούτε ο Kant (έστω ρητώς).
Υπάρχει ένα πολύπλοκο σύστημα ένωσης των διαφόρων συστημάτων διαμεσολάβησης, αρνητικού και αρνητικο-θετικού καθορισμού, αμεσοποίησης και φαινομενοποίησης του όντος --το οποίο (πολύπλοκο σύστημα) εμφανίζεται "σήμερα" από τους κακόμοιρους τους δομιστές-λειτουργιστές, μετα-δομιστές και άλλους ευφυέστερους (θεωρία των συστημάτων) "στατικά" ως ένα πολύπλοκο σύστημα δομών, υποδομών και υπερδομών. συστημάτων, υπερ-συστημάτων και υπο-συστημάτων.
Δεν προτίθεμαι βέβαια να ασκήσω πολεμική στις διάφορες στατικές ή στατικο-δυναμικές έννοιες-εννοήσεις (θεωρήσεις) αυτού του πολύπλοκου συστήματος. 
Μας εύχομαι καλή τύχη.
Η δική μου ορμή είναι ορμή καταστροφής και άρνησης, των πάντων εννοιών και εννοιών-όντων αυτού του "είδους", αλλά θαρρώ πλέον με κάποια βάση στο υπαρκτό των φαινομένων.
Αυτό που θέλω να σημειώσω με αυτήν εδώ την ενδιάμεση σημείωση, πέραν της προηγούμενης γενικής συνοπτικής παράθεσης, είναι το εξής:
Ακριβώς η έννοια/εννόηση του αφηρημένου της σχεσιακής δομής, ή το αφηρημένο νοητικό/νοηματικό σχήμα της συγκεκριμένης σχεσιακής δομής, και όχι κάποιος οντολογισμός της "ύπαρξης-υπόστασης" ή της "ενικότητας", με οδηγεί στην αμφισβήτηση κάθε καθαυτότητας ή διεαυτότητας της σχεσιακής δομής (σε φαρακλική μετάφραση, από ό,τι θυμάμαι, το νοητικό ον καθεαυτό είναι το πράγμα τούτο, και το διεαυτόν είναι το καθεαυτόν).
Υποθέτω λοιπόν πως ακόμα και στο επίπεδο της αφαίρεσης δεν υφίσταται καμμία (δομική, συστημική κ.λπ) ουσιαστική σχεσιακότητα, παρά μόνον ίσως ως ένα από τα "εποικοδομήματα" της βαθύτερης γνωσιο-οντολογικής και οντολογικής δομής --που είναι "υλική";..
Αυτό σημαίνει, για να επιστρέψουμε στην αρχική μας θέση --καθορίζοντας, πως ακόμα και η ορθή αφαιρετική εννόηση της έννοιας-κατάστασης της σχέσης (ή της σχεσιακής δομής), είναι εφικτή μόνον ίσως με την χρήση των κατηγορημάτων που προτείνω (διασκευάζοντας τις εγελιανές-καντιανές κατηγοριακές μορφές) σε ένα απο-συνεκτικοποιόν απο-δομητικό (της σχεσιακότητας) πλαίσιο, με ηγεμόνα του την έννοια ή τις έννοιες του Μηδενός και του κενού.
Προσεγγίζουμε επικινδύνως τον Α.Μπαντιού, δεν το αρνούμεθα, αλλά ο σκοπός μας και η θεώρησή μας είναι άλλη (κάποιοι θα το καταλαβαίνουν ήδη αυτό) παρά τον σεβασμό μας προς τον Φράγκο. 



Ι.Τζανάκος 

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Hegel και γίγνεσθαι /Αφιερωματική ενδιάμεση σημείωση (2)



Η έννοια της γνώσης δεν δύναται να συμπεριλάβει αναλυτικά ή ακόμα και εντός μιας προτασιακής μορφής την ρίζα τής ίδιας τής γνώσης αν δεν σημάνει ενδογενώς της την φαινομενικότητα.
Η φαινομενικότητα του όντος είναι το αρχικό ον της και όχι η ουσία, αν και η έννοια τής ουσίας αναγκαστικά προηγείται χρονικά, με την παραγωγή των διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων που (αυτο-)σημαίνουν ως ουσία της σχέσης ουσίας-φαινομένου την ουσία (και όχι το φαινόμενο). 




Η ίδια η έννοια της ουσίας ακόμα και αν δεν δηλώνεται ως ουσία ή υπόσταση είναι το θετικό καθορισιακό δυναμικό (άρνηση τής άρνησης) του εναρκτικού μηχανισμού απόσπασης της σκέψης από τον εξωτερικό κόσμο με την μορφή ενός αρνητικού γνωσιο-οντολογικού καθορισμού του όντος που εκκινεί στην πραγματικότητα και την ίδια την σκέψη ως αυτόνομο φαινόμενο και την ειδική του εμφάνιση στην σκέψη, ως φαινόμενον, ανεξάρτητα αν στην κορυφή της σκεπτικής "ιεραρχίας" παρουσιάζεται ως το αποτέλεσμα ή το εξαρτημένο στοιχείο της "ουσίας".
Δείτε μια παλαιότερη δημοσίευση: 

Αυτοκαθορισμός: Βασική φαινομενολογία.



Η Αρχή του ίδιου του φαινομένου ως φαινομένου, η ούτως ειπείν φαινομενικότητα, θεμελιώνεται ως Είναι στην άρνηση της ταυτότητας του νοείν της ανθρώπινης ύπαρξης με τον κόσμο που την περικλείει και σημαίνει, ακόμα κι αν παρουσιάζεται ως ένα εξαρτημένο στοιχείο της όποιας ουσιακότητας, την καθορισιακή ριζική δύναμη της ανθρώπινης υπόστασης.



Ένας ιδιαίτερος τροπισμός αυτής της άρνησης περιέχει το κοινό (διττό) πεδίο της επιστήμης και της φιλοσοφίας και σημαίνει την (εώς εμμονής) διατήρηση της απόσπασης της σκέψης από τα αναπαραστατικά και "βιωματικά" περιεχόμενά της ακόμα κι αν αυτά προσαρτώνται στην προαναφερόμενη αρνησιακή πράξη φαινομενοποίησης του υπαρκτού κόσμου. 
Η φιλοσοφία ειδικά εμμένει απόλυτα στην περιστασιακή ή μόνιμη μη-εμμένειά της στον υλικό κόσμο ό,τι και να λένε κραυγάζοντας οι θεολόγοι και οι επιστήμονες οι οποίοι αν και συμμετέχουν (από δύο αντίθετες μεταξύ τους σκοπιές) στην γενικότερη αρνητική-φαινομενολογική πράξη (όπως την ορίσαμε σχηματικά) ενώνουν τότε τις τότε υστερικές φωνές τους με το υστερικό πλήθος "που βιώνει" για να κατηγορήσουν την φιλοσοφία και τον φιλόσοφο για την αποστασία του από το συγκεκριμένο αυτού του κόσμου.

Ω φιλοσοφία
Πόσο εγγύτατη είναι η ιερή σου θέση στον διωγμένο αυτού του κόσμου! 
Ω σκέψη που αρνείσαι αυτό το κάθε "συγκεκριμένο-ενικό" και αίρεσαι στο ύψος του αυτο-θέτειν του μη-όντος, πόσο αληθινή είναι η μομφή που σου εξακοντίζουν οι αφέντες και οι δούλοι αυτού του κόσμου! 



 Ι.Τζανάκος

Hegel και γίγνεσθαι / Ενδιάμεση σημείωση (1)



Η νεώτερη φιλοσοφία έχει να αντιμετωπίσει ένα θεμελιακό γεγονός που αφορά την συγκρότηση της αληθολογικής και γνωσιακής ευρύτερα ουσίας της ανθρώπινης και κοινωνικής οντότητας:
Η εξωτερική προς το ατομικό και κοινωνικό υποκείμενο πραγματικότητα, ως ένα πλέγμα αισθητηριακών και υλικών στοιχείων, παρουσιάζεται ως ένα αδιαμεσολάβητο δεδομένο. 
Η γενική θεωρητική διαμεσολάβηση που προϋπήρχε της νεωτερικής φιλοσοφίας ήταν σε αυτό το σημείο, παρά την συμβολή της στην θεμελίωση και των επιστημών, αλυσοδεμένη σε ένα ψεύδος, το ψεύδος της ταυτότητας του δεδομένου κόσμου με τις παραστάσεις και τις κατηγορήσεις του αντιλαμβανόμενου και νοούμενου υποκειμένου.
Η αναγνώριση της προϋπάρχουσας δεδομενικότητας του υλικού και αισθητηριακά λαμβανόμενου κόσμου ως θεμελιακής κατάστασης της ίδιας της ουσίας του κόσμου είναι ένα νεωτερικό επίτευγμα, το οποίο ωστόσο σχεδόν αμέσως εμφάνισε τον "εαυτό" του ως ένα πρόβλημα ή ως ένα ιδιαίτερο γεγονός που έθετε στην ίδια την φιλοσοφία το ερώτημα της ίδιας της ύπαρξής της σε σχέση με την επιστήμη.
Οι επιστημονικές σχηματοποιήσεις και κατηγορήσεις του δεδομένου κόσμου δεν ήταν βέβαια απλές εμπειρικές ή αισθητηριακές μορφές του, αλλά δεν φαίνονταν να έχουν καμμία σχέση με τις σχηματοποιήσεις και κατηγορήσεις που είχε κατορθώσει να ορθώσει η φιλοσοφία.
Η μεγάλη γερμανική φιλοσοφία διαμεσολάβησε την θεμελιακή αλήθεια της δεδομενικής γεγονικότητας και το πρόβλημα της θεωρητικής σχηματοποίησής της όχι μόνον με βάση τα αντίστοιχα επιστημονικά θεωρητικά σχήματα (της εποχής) αλλά πάντως όχι και σε διαφωνία ή σύγκρουση με αυτά.
Ο γρίφος της φιλοσοφίας ήταν κατά κάποιο τρόπο η ίδια η ύπαρξή της δια της νέας επιστήμης, γι΄αυτό ακόμα και στις φιλοδοξότερες παν-Λογικές εκφράσεις της (Λάϊμπνιτς) επιθυμούνταν να υπάρξει συνάντηση επιστήμης και φιλοσοφίας ως (2) ακεραίων θεωρητικών οντοτήτων και δεν επιχειρούνταν μια κάποια δονκιχωτική προσπάθεια υπερκέρασης της νέας επιστήμης (εξάλλου μεγάλοι φιλόσοφοι ήταν και μεγάλοι θετικοί επιστήμονες, πραγματικά οικουμενικοί άνθρωποι).
Ο σκοπός παρέμενε πάντα η έλλογη διαμεσολάβηση της αποδεκτής πια και θριαμβεύουσας (όχι μόνον επιστημονικά) (αισθητηριακής) δεδομενικότητας του κόσμου και η επιβίωση της φιλοσοφίας αλλά και ευρύτερα του αυτοθέτειν του ανθρώπου και πέρα από δεδομενικότητες και υλικούς κόσμους.
Ο απλός-σύνθετος σκοπός αυτός εκφράστηκε εννοιακά με τον απλό και λαμπρό τρόπο του Hegel ακόμα και δια της ανακάλυψης της (σημασίας της) έννοιας της διαμεσολάβησης, αλλά υπήρχε ήδη στο έργο του Kant, όλο το έργο του Kant είναι νομίζω αυτός ο σκοπός, πέρα από τις ειδικές του πτυχές. 
Αυτό που μας απασχολεί ακόμα και σήμερα είναι πως θα ενώσουμε την αποδοχή και την υποταγή μας ακόμα στην δεδομενικότητα του κάθε κόσμου με την ανάγκη και το καθήκον της έλλογης μορφοποίησης και διαμεσολαβητικής υπέρβασής της.
Η ανακάλυψη μιας βαθύτερης διαμεσολαβητικής ουσίας του (ανθρώπινου) κόσμου χωρίς να θίγεται η επιστημονική κοσμοεικόνα, άρα χωρίς να υπάρχει επιστροφή σε κάποια εποχή της σκέψης και της ζωής που έχει παρέλθει και είναι αδύνατον να επιστρέψει παρά μόνον ίσως σαν αντιδραστικός μύθος, θα εξόπλιζε την σκέψη μας και την ανθρώπινη ζωή με μιαν νέα αξιακή δύναμη πέραν της επιστημονικής αξίας μιας τέτοιας προσπάθειας και των επιθυμητών αποτελεσμάτων της.
Μιλάω για μια νέα διαλεκτική.
Και σε αυτή την νέα διαλεκτική δεν χωρούν αποκλεισμοί και ιδεολογική στενοκαρδία.



Ι.Τζανάκος

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Hegel και Γίγνεσθαι (3) / Κριτικός σχολιασμός στις παρατηρήσεις [1,2,3,4] Πρώτο τμήμα/Πρώτο Κεφάλαιο της Ε.τ.Λ


Σε συνέχεια του:

Hegel και Γίγνεσθαι (2) / Κριτικός σχολιασμός στις παρατηρήσεις [1,2,3,4] Πρώτο τμήμα/Πρώτο Κεφάλαιο της Ε.τ.Λ




Το θεμελιακό (υπο-)σύστημα αρχικό-Είναι/Μηδέν έχει κατά τον Hegel συγκεκριμένη υπόσταση ως γίγνεσθαι των σημείων αρχικό Είναι(1) και Μηδέν(2) που το αποτελούν.
Η ιδιομορφία αυτής της υποστασιοποίησης έγκειται στην ταυτότητα της ύπαρξης των σημείων του γίγνεσθαι με το ίδιο το γίγνεσθαι χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο είδος αυθυπαρξίας ή καθαυτότητάς τους.
Αυτό σημαίνει επίσης πως το ίδιο το (υπο-)σύστημα γίγνεσθαι υπάρχει ως ένα σύστημα χωρίς την παρουσία εντός του άλλων υπαγόμενων υπο-συστημάτων. 
Τα σημεία του θεμελιακού (υπο-)συστήματος αρχικό Είναι και Μηδέν είναι σημεία του αλλά όχι ξεχωριστά υπο-συστήματα, άρα και η ειδική έννοιά τους (ή το ειδικό νόημά τους) ως σημείων είναι περιέχουσα κατάσταση της διαφοράς τους μόνον δια της αναγνώρισης της πλήρους απουσίας κάποιας αυθυπαρξίας ή καθαυτότητάς τους.
Αυτό το σύστημα-γίγνεσθαι, στον Hegel, είναι η εμφάνιση των σημείων που το απαρτίζουν που είναι όμως ταυτή με την ουσία τους, ή την ουσία των ίδιων ως σημείων, επομένως η ουσία των ξεχωριστών σημείων του συγκεκριμένου συστήματος τού γίγνεσθαι υφίσταται ως ταυτή με την φαινομενική εκδήλωσή της που είναι το γίγνεσθαι.
Αυτή η μορφή υποστασιοποίησης της σχέσης μεταξύ των στοιχείων ενός συστήματος με το ίδιο το σύστημα παράγει τα ίδια τα στοιχεία ως διαμεσολαβούμενα στοιχεία του συστήματος-γίγνεσθαι που τα διαμεσολαβεί ως διαμεσολαβόν ον με έναν τρόπο που συγκροτεί επίσης ειδικά την έννοια-κατάσταση τόσο του διαμεσολαβούμενου όσο και του διαμεσολαβούντος όντος.
Καταρχάς πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Hegel το μεγαλειώδες επίτευγμα της συγκροτημένης αναγνώρισης αυτής καθαυτής της διαμεσολαβητικής λειτουργίας στο πεδίο της ακραία αφαιρετικής (γνωσιο-οντολογικής) διάστασης της έναρξης της γνώσης -- χωρίς να αίρεται από την μιά πλευρά το κριτικιστικό, σκεπτικιστικό και εμπειριοκρατικό κεκτημένο της νεωτερικής εποχής και επιστήμης αλλά και χωρίς να υπάρχει όπως στον Kant (μερική έστω) υποταγή σε αυτό (το κεκτημένο). 
Αρκεί κανείς να δει πως ο Kant εξαφανίζει στην επιφάνεια του κειμένου της έναρξης της Κρ.τ.Κ.Λ την παρουσία της λειτουργίας της διαμεσολάβησης κατά την πραγμάτευση της έννοιας των "καθαρών εποπτειών" που αναφέρεται σε ένα σχεδόν ταυτό πεδίο με αυτό πραγματεύεται εδώ ο Hegel.
Έχουμε εξετάσει στο παρελθόν την καντιανή μορφή πραγμάτευσης και θα επανέλθουμε συντόμως.
Ποιά είναι η συγκεκριμένη έννοια της συγκεκριμένης μετατροπής που επιτελεί ο Hegel στην έναρξη της Ε.τ.Λ;
Και τι συνέπειες έχει αυτή η μετατροπή που διενεργεί ο Hegel στην εικόνα της έννοιας-κατάστασης της διαμεσολαβητικής λειτουργίας στο όλον του συστήματός του;
Ποιά η σχέση αυτής της ειδικής μορφής διαμεσολάβησης που εντοπίζεται σε αυτή την έναρξη Ε.τ.Λ με την γενική μορφή της διαμεσολάβησης και στην Ε.τ.Λ και στο σύνολο του έργου του φιλοσόφου;
Πριν δούμε την γενική εικόνα ας αρκεστούμε σε κάποιες παρατηρήσεις επί του θέματος στην βάση των παρατηρήσεων του ίδιου του φιλοσόφου.
Στην επόμενη δημοσίευση.




Ι.Τζανάκος    

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

εγελιανός στοχασμός (1)


Στα ενδιάμεσα της ταπεινής ερμηνείας μου στην Ε.τ.Λ ας ανεχτείτε και τους στοχασμούς μου πάνω στο έργο του Φιλοσόφου.


Η ολότητα του γίγνεσθαι που εμφανίζει τα σημεία του αρχικού Είναι και του Μηδενός ως σημεία του έχει κατά τον Hegel μιαν ακαθοριστία, ή μάλλον είναι ένα μη καθορίσιμο. 

Η ΔΙΚΟΠΗ ΖΩΗ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΡΑΝΤΖΑΣ

Koma Berxwedan - Ay Lê Xezalê / Kurdistan

Καθαυτότητα και ύπαρξη / Ενδιάμεσα σχόλια στο: Hegel και Γίγνεσθαι (2)




Σε ένα σημείο της 2ης παρατήρησης ο Hegel μας λέει:

Αλλά το τρίτο, στο οποίο το Είναι και Μηδέν έχουν την υφιστάμενη ουσία τους, πρέπει επίσης να είναι παρόν εδώ, και αυτό είναι ήδη παρόν, είναι το γίγνεσθαι. 
Μέσα σε τούτο, Είναι και Μηδέν, είναι παρόντα ως διαφορετικές βαθμίδες, γίγνεσθαι είναι μόνο στο μέτρο που αυτά είναι διαφοροποιημένα.
Το τρίτο τούτο είναι ένα άλλο σε σχέση με αυτά, -αυτά δεν υφίσταται παρά μέσα σε ένα άλλο, πράγμα που σημαίνει εξίσου ότι αυτά δεν είναι αυθύπαρκτα. 


και λίγο αργότερα (στην ίδια παρατήρηση):

Εάν κάποιος κάποτε έχει πει πως η ύπαρξη, στο μέτρο που από την αρχή θεωρείται ως ισοδύναμη με το Είναι, είναι η ολοκλήρωση της δυνατότητας, τότε προϋποτίθεται ένας άλλος προσδιορισμός (καθορισμός) παράλληλα, η δυνατότητα: το Είναι να μην εκφράζεται στην αμεσότητά του, αλλά πράγματι ως μη αυθύπαρκτο, ως υποκείμενο σε όρους. Για το Είναι, που είναι διαμεσολαβημένο, θα κρατήσουμε την έκφραση: ύπαρξη.


Η έννοια-κατάσταση της καθαυτότητας (αυστηρότερη έννοια της αυθυπαρκτότητας) σχηματίζεται σε αναφορά προς ένα μη-καθαυτόν, υπάρχει λοιπόν ως καθαυτότητα αποτελώντας (άρα) το δυνητικά αιρόμενο αντίθετο μιας πολλαπλότητας που απαρτίζεται από διαφορετικά και (δυνητικά ή ενεργεία) καθορισμένα όντα.
Είναι κατανοητόν αν σκεφτούμε "συστημικά", αν δηλαδή εντάξουμε την έννοια αυτή στο σύστημα του Hegel,  πως η καθαυτότητα υπάρχει ως λειτουργία ως σημείο αναφοράς προς μια καθορισμένη σχεσιακή συγκρότηση του όντος όπου αυτή η συγκεκριμένη καθαυτότητα θα έχει αρθεί.
Ο μόνος τρόπος για να συγκροτηθεί (από τον Hegel) ένα υπο-σύστημα ενότητας Είναι/Μηδενός, το οποίο θα μπορεί να γίνει αντικείμενο κατηγοριακής μορφοποίησης χωρίς όμως αυτή (η κατηγοριακή μορφοποίηση) να αίρεται στο "ύψος" της καθορισιακότητας, είναι να χρησιμοποιηθεί γι'αυτό το υπο-σύστημα μια έννοια ή ένας τροπισμός (της έννοιας) της αμεσότητας που θα περιέχει την δυνατότητα της σχεσιακότητας και της εσωτερικής (ενωτικής παραταύτα) διαφοροποίησης των όρων του χωρίς όμως (αναγκαστική έστω) την αναφορικότητά του σε καθορισιακότητα, άρα διαφορογενή πολλαπλότητα κ.λπ
Υπάρχει ίσως η δυνατότητα να παραμείνουμε εγελιανοί και ταυτόχρονα να απαλείψουμε τον όρο της ειδικής αυτής αμεσότητας, όπως και τον δέσμιο προς αυτήν όρο της ύπαρξης ως θεμελιακό όρο (στην πραγματικότητα και η αμεσότητα έτσι όπως είναι δομημένη στο εγελιανό σύστημα του ίδιου του Hegel είναι δέσμια τής (έννοιας τής) ύπαρξης. 
Αυτό γίνεται με δύο τρόπους:
Ο ένας είναι να ορίσουμε τους όρους του θεμελιακού (υπο-)συστήματος    [αρχικό Είναι/Μηδέν] ως καθαυτότητες, διατηρώντας τον όρο της καθαυτότητας και σε όλο το υπόλοιπο εγελιανό σύστημα ως έχει. 
Έτσι απλά θα επεκτείναμε τον καθορισμό ως αναφορική σχέση κατηγορούμενης καθαυτότητας και καθορισιακού κατηγορήματος που δημιουργεί διαφορετικά (καθορισμένα και καθορίσιμα) αντικείμενα εντός μιας πολλαπλότητας. 
Αυτό όμως θα μετέτρεπε το θεμελιακό (υπο-)σύστημα σε μη-θεμελιακό και (επίσης) θα μετέτρεπε την ελεύθερη γνωσιακή και υπαρκτική "ατμόσφαιρά" του από "υγιή" σκεπτικιστική "μηδενιστική" κενολογική σε βαριά ατμόσφαιρα γεμάτη αναπαραστάσεις ενός όντος --εντός των οποίων μάλιστα αναπαραστάσεων δεν θα διασώζονταν καμμία διάκριση μεταξύ του γνωρίζοντος/βιωματικού υποκειμένου και των αντικειμένων της γνώσης και της βίωσής του. 
Θα επρόκειτο για μιαν άσχημη επιστροφή του προ-νεωτερικού υποκειμένου, ή μιαν εξαλλαγή της νεωτερικής φιλοσοφικής και στοχαστικής επιστήμης σε κάποιο θεοκρατικό ή οντολογικό σύστημα.
Αυτό που θα ήταν προτιμητέο να κάναμε θα ήταν να "ελαφρύνουμε" όλο το σύστημα από τους καθορισμούς της καθαυτότητας, από το σημείο αναφοράς με το όνομα και την ιδεακή ουσία της καθαυτότητας (ή αυτο-αυτότητας), αναζητώντας έναν άλλο όρο που να εκκινεί την διεργασία της σχεσιακής συγκρότησης ως το αρχικό αιρόμενο, άρα αντίθετό της.
Βέβαια, και εδώ είναι ίσως το σημαντικόν εις τις δυνατότητες των επιλογών μας θα ήταν νομίζω ορθότερο εάν αντί για την έννοια της υπάρξεως, που χρησιμοποιεί ο φιλόσοφος στο θεμελιακό (υπο-)σύστημα ως διαλυτική-συμπληρωματική της καθαυτότητας έννοια, να χρησιμοποιούσαμε μιαν άλλη έννοια που θα περιείχε μιαν άλλη μορφή διαμεσολάβησης και (καθ-)ορισμού των σημείων που απαρτίζουν το γίγνεσθαι των "αρχικό-Είναι" και "Μηδέν" και (καθ-)ορισμού τού ίδιου του γίγνεσθαί (τους). 
Γιατί όμως η έννοια ή κατάσταση της υπάρξεως να μην είναι κατάλληλη για να ορίσει ένα είδος διαμεσολάβησης όπως θα το επιθυμούσαμε;
Πέρα από το γενικό ιστορικό σημασιολογικό φορτίο της έννοιας, το οποίο είναι πλέον εξόχως αρνητικό, υπάρχει ζήτημα με την αόριστη γενικότητά της, παρά το γεγονός πως είναι κατάλληλη όχι μόνον για την σήμανση ενός οντικού σημείου εντός μιας οντικής ενότητας σημείων αλλά και (ειδικότερα) για την σήμανση του διαμεσολαβούντος (αυτά) γίγνεσθαί τους, χωρίς αυτό (το γίγνεσθαι) με αυτό τον τρόπο να μπορεί να φέρει ισχυρές καθορισιακές οντοποιήσεις. 
Γι'αυτό εξάλλου προτιμήθηκε από τον φιλόσοφο για να αποτραπεί η διείσδυση τής (έννοιας τής) καθορισιακής διαμεσολάβησης (στο θεμελιακό υπο-σύστημα αρχικού Είναι/Μηδενός) η οποία περιέχει πάντα ένα φορτίο συγκεκριμενότητας.
Αυτό όμως είναι ακριβώς αυτό που επιθυμούμε εμείς, χωρίς να επιθυμούμε να επιστρέψουμε παρ΄όλα αυτά σε μιαν γενική διαλεκτική καθαυτότητας-σχεσιακότητας όπως θα δομούνταν χωρίς την σχετική ακαθοριστία, την κενότητα και τον "μηδενισμό" της εγελιανής αλλά και της καντιανής θεώρησης (του αρχικού Είναι).
Αν θυμάστε τις νεο-εγελιανές παρεμβάσεις μου στο παρελθόν ανάλογο πρόβλημα υπάρχει (για μένα βέβαια) και με την έννοια της υποστάσεως. 
Θα επανέλθουμε κάποια στιγμή και σε αυτό το συναφές πρόβλημα. 




Ι.Τζανάκος
     

Hegel και Γίγνεσθαι (2) / Κριτικός σχολιασμός στις παρατηρήσεις [1,2,3,4] Πρώτο τμήμα/Πρώτο Κεφάλαιο της Ε.τ.Λ


Η αναπτυγμένη μορφή του διττού αφηρημένου θεμελίου του όντος, στον Hegel, (Μηδέν/Είναι) είναι το αρνητικό και το θετικό ως ανασκοπημένες (αυτο-ανακλώμενες) μορφές αυτού (τού διττού θεμελίου).

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Η βαθιά αναγωγή στο Μηδέν/Είναι




Η έννοια κάποιας πολλαπλότητας του Μηδενός δεν φαίνεται να έχει άμεση σχέση με την έννοια της πολλαπλότητας της αλήθειας (ή των αληθειών). 

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Η απόλυτη άρνηση και το ον ως αρχικό Είναι..




Το αρχικό Είναι είναι Μηδέν (Τίποτα/Nichts). 
Το αρχικό Είναι είναι το κατηγορούμενο από το Μηδέν ον και το Μηδέν είναι η μοναδική κατηγορία που κατηγορεί το αρχικό Είναι.
Η έκταση και το βάθος της έννοιας του αρχικού Είναι ταυτίζεται με την έννοια του Μηδενός. 
Παρ'όλα αυτά υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφοροποίηση του κατηγορούντος (το αρχικό Είναι) Μηδενός με το κατηγορούμενο αρχικό Είναι. 
Η διαφορά είναι λειτουργική και οντολογική αφού δεν είναι δυνατόν το ενεργό στοιχείο της κατηγόρησης να είναι ταυτόν με το παθητικό στοιχείο αυτής.
Αν δεν χρησιμοποιήσουμε μιαν αποφατική έννοια και λειτουργία της κατηγόρησης ως ενέργειας θα πρέπει παρά την δυσκολία να ορθώσουμε έναν αρχικό καθορισμό του αρχικού Είναι που να είναι "κανονικός" καθορισμός. 
Όπως είδαμε όμως αυτή η υπόθεση περιορίζει την αρνησιακή πτυχή του καθορίζειν, άρα μιαν τυπική ή ακόμα και ουσιαστική εγελιανή μέθοδο συγκρότησης του καθορίζειν, και αυτό συμβαίνει γιατί αλλιώς η απόλυτη άρνηση που ελλοχεύει στα σπλάχνα του όντος, και στο εσωτερικό του αρχικού Είναι ως νοητικής μορφής τού όντος, θα έπρεπε να είναι δημιουργούσα ένα είδος διαφορογενούς πολλλαπλότητας εντός του ("πολλά περιεχόμενα") αποτρεπόμενης μόνον στην περίπτωση που ο καθορισμός δεν θα ήταν ο ίδιος και αρνησιακός, άρα θα ήταν μη εγελιανός. 
Γιατί όμως, θα πείτε, ένας (εγελιανός) αρνησιακός καθορισμός (αρνητικο-θετικός) του αρχικού Είναι, εις την ειδική περίσταση της συγκρότησης του αρχικού Είναι ως απόλυτης άρνησης, να παράγει ως καθορισμός διαφορογενή πολλαπλότητα και να μην αντιστοιχεί σε ένα μοναδικό ον όπως η απόλυτη άρνηση; (ακόμα κι αν αυτή περικλείει μιαν δική της, μη διαφορογενή πολλαπλότητα)
Αυτό συμβαίνει διότι ο καθορισμός παραμένοντας ένα είδος συγκεκριμένης κατηγορήσεως του όποιου όντος δεν είναι δυνατόν να μην κατηγορήσει το ον με όλο του το λειτουργικό και οντολογικό δυναμικό.
Η κατηγόρηση βέβαια, όπως και άλλες νοητικές ενέργειες, δεν μεταβιβάζει ως πτυχή την θετικότητά "της" ή την αρνησιακότητά "της", σαν να περιεχομενοποιεί ας πούμε άμεσα το όποιο κατηγορούμενο "αντικείμενο" με αυτές "της" τις πτυχές κάνοντάς τες ιδιότητες του ίδιου (τού κατηγορούμενου "αντικειμένου").
Η αρνησιακότητα της νόησης δια του κατηγορείν μπορεί να εντάξει στην μορφή της ένα θετικό ον ή ένα αρνητικό ον, και αντίστοιχα η θετικότητα της νόησης μπορεί να εντάξει στην μορφή της ένα αρνητικο ον ή ένα θετικό ον. 
Δεν υπάρχει ούτε συμμετρία ούτε συνθήκη ή δομή ομοιότητας μεταξύ της κατηγοριακής λειτουργίας και του κατηγορούμενου αντικειμένου "της".
Υπάρχει όμως πάντα μια συγκεκριμένη καταλληλότητα ή μη της μίας ή της άλλης πτυχής της νόησης (άρα και της κατηγοριακής λειτουργίας) στην ενέργειά της προς το αντικείμενο, ανάλογα προς την γενική αρχιτεκτονική της σχέσης της σκέψης με την "πραγματικότητα". 
Δεν θεωρώ όμως πως αυτή η καταλληλότητα είναι τυχαία ούτε πως η αρνησιακή δομή του Νοείν μπορεί να θεωρηθεί απλά ως μια από τις πολλές δομές που λειτουργούν σε αντιστοιχία προς το αντικείμενο. 
Στο θέμα που εξετάζουμε εδώ υπάρχει ένα εξόχως "εσωτερικό" διαλεκτικό θέμα που έχει να κάνει με την δυνατότητα της νοητικής αρνησιακότητας, άρα και της αρνησιακής πτυχής του καθορίζειν/κατηγορείν, να "συναντήσει" με ομαλό λειτουργικό τρόπο ή με όποιον άλλον ευφάνταστο τρόπο την ίδια την ρίζα της, ή την ρίζα των πάντων, ήτοι την απόλυτη άρνηση ως την θεμελιακότερη ουσία του όντος.
Μπορεί ακριβώς η συνάντηση αυτή να είναι ανέφικτη όπως ακριβώς ανέφικτη είναι η συνάντηση του όποιου όντος με την ρίζα του, μιας και αυτό υπάρχει όχι για να ψάχνει τις ρίζες του αλλά για να βγάζει κορμό καρπούς φύλλα και άνθη.
Μπορεί να υπάρχει μια ειδική και άγνωστη ακόμα σχέση του περιορισμένα θετικού νοείν με το αποκλειστικά αρνητικό ον.
Μπορεί απλά να υπάρχει η ανάγκη ενός άλλου ορισμού της πολλαπλότητας του απόλυτα αρνητικού όντος, αν αυτό είναι το αρχικό Είναι, και το καθορίζειν να μπορεί να διατηρήσει την ειδική του δημιουργικότητα εντός του αρχικού Είναι δημιουργώντας μιαν πολλαπλότητα χωρίς διαφορογενείς περιεχομενικές και εξωτερικο-ποιητικές εκφάνσεις και "αποτελέσματα".
Αναζητώ το νοητικό καθορισιακό "θετικό" της απόλυτης άρνησης ή εκείνον τον εγελιανό νοητικό καθορισμό που παράγει μιαν πολλαπλότητα της απόλυτης άρνησης, ως πολλαπλότητα του αρχικού Είναι, χωρίς περιεχόμενα.


Μολότωφ ή οδόφραγμα;
Ιδού η απορία! 


Ι.Τζανάκος

Hegel και Μηδέν / Σύνοψη ερμηνειών



Η σχέση αρχικού (καθαρού) Είναι και Μηδενός στον Hegel είναι σχέση δύο ενοτήτων του αρχικού Είναι και του Μηδενός που αποτελούν τους δύο πόλους του Είναι και του Μηδενός -ως ο καθένας μια ενότητα με τον αντίθετό του. 
Σε κάθε "ξεχωριστή" ενότητα (σε κάθε πόλο) υπάρχει η εσωτερικότητα εκείνη που απαρτίζεται από το ηγεμονεύον στοιχείο και το ηγεμονευόμενο που διαβρώνει, καταλύει, παραλύει το ηγεμονεύον διενεργώντας την μετατροπή του πόλου στον αντίθετό του.
Έτσι, η ενότητα (1) Είναι/Μηδέν μετατρέπεται στην ενότητα (2) Μηδέν/Είναι με την διάβρωση, κατάλυση, παράλυση που προκαλεί το ηγεμονευόμενο στοιχείο της ενότητας (το Μηδέν) στο ηγεμονεύον στοιχείο (το αρχικό Είναι) . 
Η ίδια διεργασία συμβαίνει και στην μετατροπή της ενότητας (2) σε ενότητα (1). 
Κατά την διάρκεια της πρώτης σειράς των ερευνών μας υποθέσαμε πως σε αυτή την διαλεκτική της αλληλομετατροπής του Είναι σε Μηδέν και αντίστροφα καθοριστικό ρόλο λαμβάνει η Αρχή του Μηδενός όπως αυτή εμφανίζεται υπόρρητα στην σχέση που υπάρχει μεταξύ της ενότητας (1) και (2) ως σχέση κατηγορούμενου (αρχικού) Είναι και κατηγορούντος Μηδέν κατά την οποία το ενεργητικό κατηγοριακό στοιχείο (Μηδέν) συγκροτείται ως ελάχιστα μη-ταυτόν με το κατηγορούμενο στοιχείο (αρχικό Είναι) μέσω της υπόρρητης συγκρότησης της ενεργητικής κατηγοριακότητας (που προκαλεί αυτήν την ελάχιστη μη-ταυτότητα) ως αποφατικής και μη καθορισιακής.
Αν η ταυτότητα σημαίνει το Είναι και η μη-ταυτότητα σημαίνει το Μηδέν, τότε η περίφημη εγελιανή ταυτότητα της ταυτότητας με την μη ταυτότητα μετατράπηκε σε μια διεργασία που θεμελιώνεται στην υπόρρητη και αποφατική ελάχιστη μη-ταυτότητα της ταυτότητας και της μη-ταυτότητας, όπου το Μηδέν ως καταλύον, παραλύον, διαλύον, διαβρώνον στοιχείο σε κάθε πολική ενότητα [ενότητα (1) ή ενότητα (2)] είναι το αμεσοποιητικό έκφρασμα της Αρχής της άρνησης και η εσωτερική φλόγα του αφανίζειν των ίδιων των πόλων (1) και (2) και το τέλος της διεργασίας. 
Οφείλουμε να πούμε πως αυτή είναι μια αιρετική ερμηνεία και αναπαραγωγή του εγελιανού συστήματος αλλά θαρρώ ορθότερη από την σκοπιά της εσωτερικής του δομής ειδικά στις θεμελιακές εκκινήσεις του.
Στις επόμενες έρευνές μας θα αναλύσουμε και θα ερμηνεύσουμε τα εμβόλιμα σχόλια του Hegel σε αυτά τα πρώτα σημεία αγκωνάρια της Επιστήμης της Λογικής και έτσι θα μας δοθεί η δυνατότητα να αρθούμε σε ένα ευρύτερο και πλατύτερο ιστορικά βάθρο ανακαθορισμού και επανερμηνείας της εγελιανής θεώρησης. 
Εννοείται πως οι αρχικές εννοήσεις μας θα δοκιμαστούν ξανά μέσα στις ίδιες τις αυτο- και ετερο-ερμηνείες του ίδιου του Φιλοσόφου στα σχόλιά του. 
Μετά και την ολοκλήρωση του σχολιασμού των σχολίων αυτών θα συνεχίσουμε το δύσκολο ταξίδι στην μεγάλη Λογική του Φιλοσόφου.
Εδώ σας παραθέτω ξανά την εγελιανή εκκίνηση, προσθέτω κάποια τελευταία σχόλια και κάνω στο τέλος μια συνολική παράθεση των ερμηνειών μου.  


Μετάφραση Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
[Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΟΓΙΚΗ]
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Πρώτος τόμος
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ



ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ-
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ, ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ [ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ](ΠΟΙΟΤΗΤΑ)

Πρώτο κεφάλαιο. ΕΙΝΑΙ  
Hegel


A. [Είναι]

Είναι, καθαρό Είναι, χωρίς κανένα άλλον προσδιορισμό [καθορισμό]. 

Στην  απροσδιόριστη [ακαθόριστη] αμεσότητά του, είναι ίσο μόνο με τον ίδιο του τον εαυτό και ακόμα δεν είναι άνισο έναντι ενός άλλου, δεν έχει καμμία διαφορά στο εσωτερικό του εαυτού του ούτε προς τα έξω.

Το είναι δεν θα μπορούσε να διατηρείται σταθερά μέσα στην καθαρότητά του, εάν περιείχε οποιοδήποτε προσδιορισμό [καθορισμό] ή περιεχόμενο που θα ήταν διαφοροποιημένο μέσα σ'αυτό ή δια του οποίου το ίδιο θα μπορούσε να τίθεται ως διαφοροποιημένο από ένα άλλο. 

Αυτό είναι η καθαρή απροσδιοριστία [ακαθοριστία] και κενότητα. -Δεν υπάρχει τίποτα μέσα σ'αυτό που να πρέπει να εποπτεύεται, εάν μπορούμε εδώ να μιλάμε για εποπτεύειν, ή το ίδιο είναι αυτό τούτο το καθαρό, κενό εποπτεύειν. 

Εξίσου τόσο λίγο μπορεί να σκεφτεί κανείς κάτι μέσα σ'αυτό, ή το ίδιο είναι μόνο τούτο το κενό νοείν. 

Το Είναι, το απροσδιόριστο [ακαθόριστο] άμεσο, στην πράξη είναι Μηδέν και τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από Μηδέν.



B. ΜΗΔΕΝ
Μηδέν, το καθαρό Μηδέν, αυτό είναι απλή ισότητα με τον ίδιο τον εαυτό του, εντελής κενότητα, απουσία προσδιορισμού [καθορισμού] και περιεχομένου, κατάσταση-μη-διαφοροποίησης μέσα σ'αυτό το ίδιο.

-Στο μέτρο που μπορούμε εδώ να κάνουμε μνεία του εποπτεύειν ή νοείν, τούτη η πράξη λογίζεται ως μιά διάκριση, κατά πόσο κάτι ή τίποτα αποτελεί αντικείμενο του εποπτεύειν ή του νοείν. 

Το εποπτεύειν ή το νοείν το Μηδέν έχει λοιπόν μιά σημασία, αμφότερα διαφοροποιούνται και έτσι το Μηδέν είναι (υπάρχει) στο δικό μας εποπτέυειν ή νοείν, και το ίδιο το κενό εποπτεύειν ή νοείν ως το καθαρό Είναι. -Το Μηδέν λοιπόν είναι ο ίδιος ο προσδιορισμός [καθορισμός], ή μάλλον η ίδια η απουσία προσδιορισμού [καθορισμού] και έτσι γενικά το ίδιο με αυτό που είναι το καθαρό Είναι. 



C. Γίγνεσθαι

1. Ενότητα του Είναι και του Μηδενός.

Το καθαρό Είναι και το καθαρό Μηδέν είναι συνεπώς το ίδιο πράγμα. 

Αυτό που συνιστά την αλήθεια δεν είναι ούτε το Είναι ούτε ο Μηδέν, αλλά το γεγονός ότι το Είναι -δεν μεταβαίνει- αλλά έχει μεταβεί στο Μηδέν και το Μηδέν στο Είναι.

Όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι αυτά δεν είναι αδιαφοροποίητα μεταξύ τους, ότι, απεναντίας, δεν είναι το ίδιο πράγμα, ότι είναι απολύτως διαφορετικά αλλά εξίσου αχώριστα και τέτοια που δεν μπορούν να χωριστούν, ότι το καθένα άμεσα εξαφανίζεται μέσα στο αντίθετό του. 

Η αλήθεια τους, επομένως, είναι τούτη η κίνηση του άμεσου εξαφανίζεσθαι του ενός μέσα στο άλλο: το γίγνεσθαι, μιά κίνηση, όπου αμφότερα είναι διαφοροποιημένα, αλλά μέσω μιας διαφοράς, η οποία εξίσου άμεσα έχει καταλυθεί.




Βαθμίδες του γίγνεσθαι.

Το γίγνεσθαι, η γένεση και η φθορά, είναι η μη-χωριστότητα του Είναι και του Μηδενός, όχι η ενότητα που κάνει αφαίρεση από το Είναι και το Μηδέν αλλά, ως ενότητα του Είναι και του Μηδενός, το γίγνεσθαι είναι  αυτή η προσδιορισμένη (καθορισμένη) ενότητα, ή μια τέτοια, μέσα στην οποία τόσο το Είναι όσο και το Μηδέν είναι. 

Ωστόσο, στον βαθμό που το καθένα, το Είναι και το Μηδέν, είναι αχώριστο από το άλλο του, αυτό δεν είναι. 

Μέσα σε τούτη την ενότητα, επομένως, αυτά είναι, αλλά ως αφανιζόμενες, μόνον ως ανηρημένες [βαθμίδες]. 

Από την αρχικά  παρασταθείσα αυθυπαρξία καταβυθίζονται σε βαθμίδες (στιγμές Momente), που εξακολουθούν να είναι διαφορετικές αλλά ταυτόχρονα ανηρημένες.

Έχοντας νοηθεί με βάση αυτή την διαφορετικότητά τους, η καθεμία είναι παρούσα, μέσα στην ίδια τούτη, ως ενότητα με την άλλη. 

Το γίγνεσθαι περιέχει επομένως το Είναι και το Μηδέν ως δύο τέτοιες ενότητες, κάθε μιά από τις οποίες η ίδια είναι ενότητα του Είναι και του Μηδενός. 

Η μία είναι το Είναι ως άμεσο και ως αναφορά στο Μηδέν, η άλλη είναι το Μηδέν ως άμεσο και ως αναφορά στο Είναι, σε αυτές [δε] τις ενότητες, οι προσδιορισμοί [καθορισμοί] είναι άνισης αξίας.

Το γίγνεσθαι, κατ'αυτό τον τρόπο, είναι διττά προσδιορισμένο [καθορισμένο]. 

Στον έναν προσδιορισμό [καθορισμό], το Μηδέν είναι παρόν ως άμεσο, ήτοι ο προσδιορισμός [καθορισμός] ξεκινά από το Μηδέν, το οποίο αναφέρεται στο Είναι, δηλαδή μεταβαίνει στο ίδιο τούτο το Είναι.

Στον άλλο προσδιορισμό [καθορισμό], το Είναι είναι παρόν ως άμεσο, ήτοι ξεκινά από το Είναι, το οποίο μεταβαίνει στο Μηδέν.

-Γένεση και Φθορά.

Αμφότεροι οι προσδιορισμοί [καθορισμοί] είναι το ίδιο, γίγνεσθαι, και ακόμα και ως κατευθύνσεις τόσο διαφορετικές διαπερνούν και παραλύουν ο ένας το άλλον. 

Ο ένας είναι παρέρχεσθαι, φθορά, το Είναι μεταβαίνει στο Μηδέν, αλλά [και] το Μηδέν είναι εξίσου ακριβώς το αντίθετο του εαυτού του, [είναι το..] μεταβαίνειν στο Είναι, έρχεσθαι στο Είναι, γένεση. 

Ετούτη η γένεση είναι η άλλη κατεύθυνση, το Μηδέν μεταβαίνει στο Είναι, αλλά [και] το Είναι αναιρεί εξίσου τον εαυτό του και είναι προφανώς το μεταβαίνειν στο Μηδέν, είναι παρέρχεσθαι, φθορά. 

-Δεν αυτοαναιρούνται αμοιβαία - [σαν] το ένα [να] αναιρεί το άλλο εξωτερικά- παρά το καθένα αναιρεί τον εαυτό του αυτό καθεαυτό και είναι σ'αυτόν τον ίδιο [τον εαυτό του] το αντίθετο του εαυτού του.


Η πράξη αναίρεσης του γίγνεσθαι.

Η ισορροπία, στην οποία τίθενται η γένεση και η φθορά, είναι, εν πρώτοις, το ίδιο το γίγνεσθαι. Αλλά αυτό-εδώ συνέρχεται (συλλέγεται) εξίσου σε ήρεμη ενότητα. 

Το Είναι και το Μηδέν, μέσα σε τούτη την ενότητα, είναι παρόντα ως αφανιζόμενα στάδια, αλλά το γίγνεσθαι ως τέτοιο δεν είναι παρά δυνάμει της κατάστασης διαφοροποίησής τους. 

Η διεργασία αφανισμού τους είναι συνεπώς η διεργασία αφανισμού του γίγνεσθαι ή το αφανίζεσθαι του ίδιου του αφανίζεσθαι. 

Το γίγνεσθαι είναι μια ακατάπαυστη ανησυχία, που καταβυθίζεται σε ένα ήρεμο αποτέλεσμα.

Αυτό θα μπορούσε να εκφρασθεί και ως εξής:

Το γίγνεσθαι είναι: 

Το αφανίζεσθαι του Είναι μέσα στο Μηδέν και του Μηδενός στο Είναι και το αφανίζεσθαι του Είναι και του Μηδενός εν γένει, σύγχρονα όμως αυτό ερείδεται στην διαφορά τους. 

Αυτό επομένως αντιφάσκει εσωτερικά με τον εαυτό του, επειδή ό,τι ενοποιεί εντός εαυτού είναι αντί-θετο προς τον εαυτό του, μια τέτοια όμως ενοποίηση αυτοκαταστρέφεται.

Αυτό το αποτέλεσμα είναι το αφανισμένο-Είναι, αλλά όχι ως Μηδέν. 

Ως τέτοιο [αν εννοούνταν ως Μηδέν] θα ήταν απλώς μια υποτροπή στον έναν από τους ήδη ανηρημένους προσδιορισμούς [καθορισμούς], όχι αποτέλεσμα του Μηδενός και του Είναι.

Αυτό είναι η ενότητα του Είναι και του Μηδενός που έγινε ήρεμη απλότητα. 

Αλλά η ήρεμη απλότητα είναι Είναι, ωστόσο εξίσου ως προσδιορισμός [καθορισμός] του Όλου και όχι πλέον ως προσδιορισμός [καθορισμός] για τον εαυτό του.

Το γίγνεσθαι έτσι, ως η πράξη που μεταβαίνει στην ενότητα του Είναι και του Μηδενός -μιά ενότητα που είναι υπό την μορφή του Είναι ή έχει το σχήμα της μονομερούς, άμεσης ενότητας αυτών των σταδίων, είναι το Dasein....



Κάποιες τελευταίες μεταβατικές παρατηρήσεις
Σε ένα σημείο από το (A. [Είναι]) ο Hegel ορίζει το αρχικό Είναι με μια νοητική ενότητα αποφατικότητας και καθορισιακότητας:

"...Το είναι δεν θα μπορούσε να διατηρείται σταθερά μέσα στην καθαρότητά του, εάν περιείχε οποιοδήποτε προσδιορισμό [καθορισμό] ή περιεχόμενο που θα ήταν διαφοροποιημένο μέσα σ'αυτό ή δια του οποίου το ίδιο θα μπορούσε να τίθεται ως διαφοροποιημένο από ένα άλλο..."

Η διατήρηση της σταθερότητας της καθαυτότητας του αρχικού Είναι περιέχει την αποφατική άρνηση κάθε καθορισμού εντός αυτού του Είναι. 
Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κανένας καθορισμός εντός του αρχικού Είναι αλλά αυτό συγκροτείται ως λογική "φράση" δια της αποφατικής κατηγόρησης της καθορισιακής κατηγόρησης ως διαφοροποιητικής. 
Είναι αλήθεια ωστόσο πως έτσι παραβλέπεται επιδέξια η δείξη, όπως δεν θα έπρεπε, του θετικού μέρους της καθορισιακής κατηγόρησης.  
Η επιδεξιότητα αυτής της παράβλεψης έχει να κάνει με την σχετική παρουσία της (πιθανής) θετικότητας της (πιθανής, αλλά και αποτρεπόμενης εδώ) καθορισιακής κατηγόρησης.
Η καθορισιακή κατηγόρηση περιέχει τόσο την αρνητική όσο και την θετική κατηγόρηση του όντος και εδώ για να αποκλειστεί από το "σώμα" του αρχικού Είναι η καθορισιακή κατηγόρηση δεν εντάσσεται στο δικό της "σώμα" (της καθορισιακής κατηγόρησης) η θετικότητα με έναν τρόπο που θα περιείχε και άλλους τροπισμούς. 
Αυτή η μη-ένταξη διενεργείται με μιαν μορφή χρήσης της αποφατικότητας που δεν είναι εύκολα εμφανής ως χρήση, ακριβώς δια της παρουσίας της αντίθετης λειτουργικότητας (της θετικής κατηγόρησης, του καθορισμού ως περιέχοντος και την θετική κατηγόρηση):
Το θετικό περιεχόμενο, ο καθορισμός (και) ως θετικό περιεχόμενο παρουσιάζεται ως δημιουργούσα διεργασία μόνον κατά την δημιουργία της διαφοροποιητικής πολλαπλότητας των κατηγορούμενων όντων -εντός της ενότητας του αρχικού Είναι.
Η καθορισιακή κατηγόρηση δεν θα δημιουργούσε απλά ένα σύστημα εσωτερικής διαφοροποίησης στο αρχικό Είναι, άρα θα το έθετε ως μη καθαρό, αλλά θα δημιουργούσε επίσης και έναν τελικό (νοητικό) θετικό καθορισμό του.
Υπάρχει όμως και άλλος δρόμος που δεν χαράσσεται δια της αναγκαστικότητας της παρουσίας του καθορισμού ως περιέχοντος πάντα την καθορισιακή αρνητικότητα, άρα και την εξωτερική (ή εξωτερικοποιητική) υπόσταση των κατηγορούμενων εντός του αρχικού Είναι -που αυτός θα δημιουργούσε:
Αν ήταν δυνατόν να ορθώσουμε έναν μόνον θετικό κατηγοριακό καθορισμό αυτού του αρχικού Είναι χωρίς την σύμπλεξή του με την αρνησιακή κατηγόρηση τότε θα είχαμε ένα άλλο σύστημα θεμελιώσεων, ή πιθανά μια άλλη σειρά από θεμελιωτικές κατηγορήσεις.
Ισχυρίζομαι πως μια θετική κατηγόρηση του αρχικού Είναι δεν είναι αναγκαία αντίστοιχη με μια ενδογενή οντολογική θετικότητα αυτού του Είναι. 
Η άρνηση ως Αρχή δύναται να συλληφθεί ως ένα σύνολο ενεργειών με ταυτή την μηδενοποιητική τους ουσία χωρίς αναφορικότητα και συνεπαγωγικά χωρίς να υπάρχει (αυτή) η αναφορικότητα που θεμελιώνεται στην όποια καθαυτότητα της όποιας ύπαρξής της (ή ύπαρξής τους).  






Παράθεση του συνόλου των πρώτων ερμηνειών μας

Παρατηρήσεις για τον αντι-φιλοσοφικό Λόγο των αντι-μηδενιστών και των αντι-μεταμοντέρνων ημι-αγραμμάτων απατεώνων


Η ιεραρχική δομή του φιλοσοφικού Λόγου έχει μιαν βασική ιδιομορφία που σημαίνει μιάν ιδιότητα: Την ιδιότητα του νοητικού καθορισμού του όντος. 
Για την φιλοσοφία δεν υπάρχει ουσιαστική διάκριση Νοείν και Είναι ή Νοείν και Μηδέν, ακόμα κι αν το σύστημα το οποίο την υποστατώνει είναι αυτοκαθορισμένο νοητικά (προσδιορισμένο) ως ακραιφνώς υλιστικό ή ακραιφνώς σολιψιστικό. 
Και σε αυτή την περίπτωση έχουμε τελικά μιαν τέλεση της ενότητας Νοείν και Είναι/Μηδέν υπό τις προϋποθέσεις βέβαια της ριζοσπαστικότητας της εν λόγω εκάστης φιλοσοφίας της μη-ενότητας και μη-ισότητας των όρων αυτών. 
Από την στιγμή που θα καταργηθεί η υπόρρητη ή έμμεση ακόμα ενοποιητική ορμή της φιλοσοφίας παύει να υπάρχει φιλοσοφία και υπάρχει ιδεολογία, θεολογία, κομματική γραμμή, διοικητική σκέψη και ό,τι άλλο παρόμοιας φρικαλεότητας.
Σήμερα ωστόσο πέραν αυτών των αντιπάλων καταστάσεων προς την φιλοσοφία, της δουλείας και της ανελευθερίας, έχουν εμφανιστεί νέοι "θεωρησιακοί" εχθροί που αντιπροσωπεύουν τον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό στην κορύφωση της εσωτερικής του δυναμικής -στα θέματα της νοητικής και υπαρκτικής οργάνωσης του ανθρώπινου κόσμου. 
Θα σπεύσουν πολλοί νεώτεροι και παλαιότεροι μη-φιλοσοφούντες να ονομάσουν αυτόν τον εχθρό "μεταμοντερνισμό"  και να αναπτύξουν έναν Λόγο (ή μάλλον λογίδριο) για την παρακμή της σκέψης, την υποτιθέμενη κατάντια της αποδόμησης/αποδομητικής θεωρητικής πρακτικής ως σκεπτικής επιθυμίας κ.λπ
Αυτή η στάση και αυτές οι κοινοτοπίες δεν έχουν σχέση με την φιλοσοφία, όπως επίσης και άλλες κάπως αστειότερες που έχουν να κάνουν με την εξίσου ανόητη και αγράμματη επίθεση στον "μηδενισμό", που τον είδανε και ανάθεμα αν έχουν κατανοήσει οι αγράμματοι τι σημαίνει αυτός ο όρος στις συγκεκριμένες του ιστορικές εμφανίσεις και ως γενικός όρος.
Εκτός από τους αγράμματους ημιμαθείς υπάρχουν βέβαια οι εγγράμματοι θεολόγοι νυφίτσες, οι ύαινες της θεοκρατίας, οι οποίοι αν και ξέρουν οι περισσότεροι πως ένας τέτοιος όρος δεν έχει εις την φιλοσοφία παρά μόνον τιμητική θέση ως εικόνα ενός πολύ βαθιού καθορισμού εντός της, για να επιτεθούν στην φιλοσοφία επιτίθενται στον "μηδενισμό", τον "μεταμοντερνισμό" και άλλα αστεία πράγματα. 
Δίπλα σε αυτή την εκστρατεία θεοκρατικής και συντηρητικής αποβλάκωσης παρασιτούν βέβαια με τους ανάλογους όρους τους και διάφοροι εθνικιστές πρώην αριστεροί ή ποτέ αριστεροί οι οποίοι χρησιμοποιούν και διαδίδουν τον ανόητο όρο του "εθνομηδενισμού" παρασιτώντας παράλληλα και αυτοί στην εξίσου παρασιτική θεοκρατική και θεολογική παραφιλολογία περί "μηδενισμού" που αναφέραμε.
Κανονικά θα έπρεπε να απαξιώ και να ασχοληθώ καν, αλλά δεν υπάρχει τέτοια πολυτέλεια εις τις εποχές που ζούμε.
Αυτά είχα να πω, και με τις υγείες σας..


Ι.Τζανάκος
 

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

  • μάτια - όταν η όψη τους χαθεί επιτέλους, δεν ξέρω άλλο να ζητήσω, θα έρθω να σε βρώ δεν θα μας ρωτήσει κανένας από που και πως φτάσαμε ούτε χρεία να'μαστε μόνοι...
    Πριν από 4 δευτερόλεπτα
  • Why Women Had Better Sex Under Socialism - The New York Times - Why Women Had Better Sex Under Socialism - The New York Times Photo A woman working at a collective farm near Moscow in 1955. Credit Mark Redkin/FotoSo...
    Πριν από 1 εβδομάδα

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..